Dance Theater

«Τα παιδία παίζει»: Το ενήλικο νηπιαγωγείο της Μαρίας Γοργία (Ναταλία Κουτσούγερα)

«Αφού η κοινωνία δεν έχει μέλλον, έχει νόημα να ζεις μόνο για τη στιγμή, να προσηλώνεις τα μάτια στο ιδιωτικό σου έργο, να γίνεσαι ειδήμων της παρακμής μας, να καλλιεργείς μια υπερβατική προσοχή στον εαυτό σου»
Κρίστοφερ Λας, Η κουλτούρα του Ναρκισσισμού
Αμάλγαμα |
Όταν ο Κρίστοφερ Λας το 1979 εξέδιδε το επικό του βιβλίο «η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού» για την εισβολή της ναρκισσιστικής Αμερικανικής κοινωνίας στον εαυτό, αναρωτιέται κανείς αν είχε στο μυαλό του τη διάχυση του ναρκισσιστικού πνεύματος και σε άλλα μέρη του κόσμου, με αντάξια ασφαλώς σύμμαχο την παγκόσμια εξάπλωση του καπιταλιστικού ιδεώδους. Θα είχε άραγε φανταστεί ότι η Ελλάδα, όπως και άλλες αμερικανοτραφείς κοινωνίες, θα αποτελούσε έναν από τους κύριους πυλώνες της ανάπτυξης του ναρκισσισμού, της διοχέτευσης και επικυριαρχίας του στις υποκειμενικότητες των κατοίκων της;

Αν και ακούγεται κάπως παρακινδυνευμένο, αφοριστικό ή ουσιοκρατικό, να μιλήσει κανείς για συνοψιστικές τυπολογίες, ο σημερινός/νη νάρκισσος – που στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας έχει διαποτιστεί από νωρίς από την ατομικιστική ιδιοσυγκρασία της ελληνικής οικογένειας – μπορεί να καταστεί διακριτός/τη και αναγνωρίσιμος/μη από ορισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά: την θεατρική περιαυτολογία και την ακατάπαυστη λογοδιάρροια, την αγνόηση και απαξίωση των προβλημάτων των «άλλων», την παιδαριώδη και επιπόλαιη αντιμετώπιση θεμάτων, την επίπλαστη ενσυναίσθηση, τις εκδηλώσεις μειονεξίας και τις εναλλαγές με εξάρσεις μεγαλείου και υπεροψίας, την απροκάλυπτη ή υποδόρια επιθετικότητα, την εκστατική έκφραση οργής ή απάθειας, την παράδοση στη φαντασμαγορία, αλλά και την έντονη τάση για αισθητικοποίηση της πραγματικότητας που συχνά επικαλύπτει πολλές άλλες όψεις της. Μια εικονική και θεαματική πρόσληψη και βίωση του κόσμου για την οποία έχουν μιλήσει απαισιοδοξώντας ή αισιοδοξώντας σπουδαίοι θεωρητικοί όπως ο W. Benjamin, ο Z. Bauman, ο J. Βaudrillard και ο M. Maffesoli. Ο τελευταίος δε, αισιοδοξεί ιδιαίτερα για την αισθητική μορφή κοινωνικότητας που αναπτύσσεται μεταξύ των νομαδικών κοινοτήτων «νεοφυλετισμού» (neotribes), όπου ο ναρκισσισμός στο υποκείμενο, όπως υποστηρίζει, δεν προλαβαίνει να σχηματισθεί.

Και η κρίση; Τι μπορεί να συμβαίνει στην εποχή της επισφάλειας όπου οι ανάγκες μεγαλώνουν και οι αντοχές μειώνονται; Οι σύγχρονοι νάρκισσοι θεραπεύονται, μασκαρεύονται ή γίνονται ακόμα πιο απροκάλυπτοι και επιθετικοί; Εξοικειωμένοι πλέον με καθημερινές έννοιες και όρους όπως αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, συλλογικότητα και κινητοποίηση, μπερδεμένοι και οι ίδιοι ανάμεσα στο ασταθές και επισφαλές εγώ τους και το διαταραγμένο εμείς, εγκλωβισμένοι στο διάκενο της παρελθοντικής ευημερίας και της σύγχρονης ανέχειας, ανήμποροι τις περισσότερες φορές να ασκήσουν αυτοκριτική, να μάθουν και να αλλάξουν από τα νέα δεδομένα, ακολουθούν άλλες διαδρομές: που και που μεταμφιέζονται κατά βούληση ή άθελά τους σε φιλάνθρωπες προσωπικότητες, χρησιμοποιώντας μια αναίμακτη συμπόνια ως άλλο ένα μέσο για την αύξηση του κοινωνικού και πολιτισμικού τους κεφαλαίου• ως μέσον προσωπικής ανάδειξης και επιβράβευσης, συμμετέχοντας σε ένα συλλογικό παιχνίδι εντυπώσεων που επιτελείται σε ένα ασυνείδητο αισθητικό επίπεδο. Μια υπέρμετρη αισθητικοποίηση του εγώ που καταλήγει πάλι στο εγώ. Πράγματι παραμένει άξιο διερώτησης κατά πόσο ένας ναρκισσιστικός ψυχισμός μπορεί να βιώσει σε βάθος ένα συναίσθημα αλληλεγγύης, κατά πόσο γίνεται υπό συνθήκες αλληλέγγυος, κατά πόσο ο αλτρουισμός, μέσα από τη μιντιοποίηση και εικονοποίησή του, γίνεται η επικάλυψη ή το άλλοθι του ναρκισσιστικού εγώ. Άλλοτε πάλι σε μια άλλη παραλλαγή, στα πλαίσια της αυτιστικής απομόνωσης, οι σύγχρονοι νάρκισσοι εκφράζονται επιθετικά και προκλητικά, επιδεικνύοντας και επιτελώντας την αδιαφορία για τον «άλλον» και τον απροκάλυπτο κυνισμό τους. Από αυτή την άποψη δεν υπάρχει ίσως τίποτε χειρότερο από έναν αδρανή, ατομικιστή και επιθετικό νάρκισσο, χωρίς ουδεμία ενοχή ή έστω επιδερμική εναισθητική ταύτιση.

Όλες αυτές οι σκέψεις φαίνεται να γυρνούν τον τελευταίο καιρό στο μυαλό της Μαρίας Γοργία που καταπιάνεται αυτή τη φορά με το επίκαιρο ζήτημα του ναρκισσισμού – σε μια εποχή που εξωθεί και επιτάσσει με κάθε τρόπο τον παραμερισμό του – και επιχειρεί με το έργο της Νηπιαγωγείο να σκιαγραφήσει και να καταγράψει τις διάφορες εκδοχές της ναρκισσιστικής προσωπικότητας με τραγικό ήρωα, την Σάνια Στριμπάκου, που εκτίθεται ατρόμητη στο κοινό, μετουσιώνει διάφορους ρόλους και προκαλεί τους επισκέπτες να την αφουγκραστούν στο εγωκεντρικό ταξίδι που αναλαμβάνει να τους οδηγήσει. Ήδη η Γοργία από το έργο της «Στην Άκρη του Βατήρα», όπου η Στριμπάκου πρωταγωνιστεί ξανά, ασχολείται με τις ναρκισσιστικές όψεις της θηλυκής υποκειμενικότητας, τις νευρώσεις και τις καταθλίψεις του πριμοδοτημένου, ανασφαλούς αστού. Στο Νηπιαγωγείο ανοίγεται ωστόσο σε πολλαπλές έμφυλες υποστασιοποιήσεις του ναρκισσισμού, βάζοντας στο παιχνίδι τον Τίμο Ζέχα, τη Μυρτώ Δελημιχάλη, όλους τους θεατές ακόμα και τον ίδιο της τον εαυτό. Στον ψυχρό αλλά εξαιρετικά ευεργετικό χώρο Μπαγκλαντές, με χιούμορ, υπερβολή και μπόλικη ειρωνική διάθεση σκηνοθετεί τον εαυτό της και τους πρωταγωνιστές της, μέσα από επιτηδευμένα μπλαζέ ύφη, γυμνούς και ημίγυμνους περιπάτους, με ένα σενάριο που περιλαμβάνει απαγγελίες από δικά της κείμενα και κείμενα του Όσκαρ Ουάιλντ, παλιμπαιδισμούς, υπερφίαλους διαλόγους, αγχωτικές περιαυτολογίες, εκδηλώσεις υστερικής ανασφάλειας, επιθετικότητες και παλαίστρες ανταγωνιστικών «εγώ».

Κρατώντας μια γνώριμη αισθητική και εικαστική γραμμή που χαρακτηρίζει το σύνολο των έργων της, την εικονοπλαστική χρήση αντικειμένων που διαμεσολαβούν ή ενοποιούνται συμβολικά με τα σώματα, στη θέση της κόκκινης καρέκλας γραφείου του Βατήρα, αυτή τη φορά βλέπουμε μια μωβ λαχουρένια μαξιλαροθήκη και ένα μαξιλάρι που εγκολπώνονται σε ανθρώπινα μέλη και ενίοτε μετατρέπονται σε αντικείμενα ή ενδιάμεσα σώματα που συνθέτουν μεταφορικά τον εννοιολογικό στοχασμό της. Το ύφασμα και το μαξιλάρι εκφράζουν πολυσημία και λειτουργούν πολλαπλώς: ως παιδικό καταφύγιο και προστασία, ως ενδείξεις πρωταρχικού τραύματος, ως σύμβολα ναρκισσισμού και αποστασιοποίησης ακόμα και ως υποκατάστατα μητρικής αγκαλιάς και γυναικείου στήθους ˑ ως διαχωριστικά σύνορα ανάμεσα στο γνήσιο και το πλαστό συναίσθημα, στο αυθόρμητο και το επιτηδευόμενο, στην ειλικρινή και την επιφανειακή επικοινωνία.

Το πιο δύσκολο κομμάτι του έργου ήταν αναπόφευκτα αυτό της διάδρασης, στο οποίο έλαβαν μέρος όλοι οι performer (και η εντολοδόχος Μαρία Γοργία) αλλά αφέθηκε κυρίως στα έμπειρα χέρια της Σάνιας Στριμπάκου που διεκδίκησε την πλήρη συμμετοχή μας στα δρώμενα. Καταφέρνει να μας προθερμάνει και να μας φορτίσει σταδιακά με ακατάσχετες πολυλογίες, να οξύνει και να ελέγξει την αμφίθυμη διάθεσή μας με τις καταστάσεις που δημιουργεί από κοινού με τους συμπρωταγωνιστές της. Την βλέπουμε να μεταμορφώνεται σιγά σιγά από υπερταλαντούχα νεαρή ενήλικη σε ελεγκτική μητέρα, διακατεχόμενη, ανεξαρτήτως ηλικίας, από μια αυτοκαταστροφική ανωριμότητα που ξεσπά χωρίς διακρίσεις, στον εαυτό και σε άλλους, με την μορφή ενός έντονου ανταγωνισμού και μιας διάθεσης επιβολής. Η φράση του Όσκαρ Ουάιλντ «Ο εγωισμός δεν είναι να ζει κανείς όπως θέλει να ζει αλλά να ζητάει από τους άλλους να ζουν όπως θέλει εκείνος» που απαγγέλλεται από τη Στριμπάκου συμπυκνώνει αυτή την ναρκισσιστική μανία επιβολής του εαυτού στους άλλους.

Η ορατή και επικαλυμμένη επιθετικότητα, η αιχμηρότητα και η υποδόρια ζηλοφθονία εκφράστηκαν με διάφορους τρόπους, όπως οι δήθεν αλτρουιστικές και φιλικές παραχωρήσεις ερωτικών συντρόφων από τη Στριμπάκου στη Μυρτώ Δελημιχάλη, οι απότομες υστερίες της Στριμπάκου όταν δεν γίνεται αρεστή ως αντικείμενο προσοχής και τα ανταγωνιστικά εγώ που παλεύουν για την επικράτηση του καλύτερου αισθητικού εαυτού. Η μορφή της Στριμπάκου, όπως και «Στην άκρη του Βατήρα» σκιαγραφείται ως μια προσωπικότητα τοξική, χαοτική, έρμαιο ετεροπροσδιορισμών, που κινείται με βάση το δημώδες και τις πρόσκαιρες μόδες, μια οριακή προσωπικότητα που παλινδρομεί μεταξύ εύθραυστου αλτρουισμού και ασυγκράτητου εγωκεντρισμού. Αν και διακατέχεται από αναρίθμητες αντιφατικές πλευρές, αυτό που επικρατεί είναι ο έρωτας για τον εαυτό που προβάλλεται μέσα από την ανάδειξή του, την υποτίμησή του, ακόμα και την κακοποίησή του. Εκτός από την άρτια performance της Σάνιας Στριμπάκου, ο Τίμος Ζέχας μεταμφιεσμένος σε σύγχρονο αμπελοφιλόσοφο, hipster- φαντομά, με το intellectuel καμάκι και τον εξωτικό χορό του, ζωντάνεψε σύγχρονες αστικές εμπειρίες ανδρικού φλερτ. Άκρως δημιουργική ήταν και η τυπικότητα της Μυρτώς Δελημιχάλη σε ρόλο ψυχρού και αδιάφορου νυμφιδίου, αλλά και ο ουδέτερος και κυνικός ρόλος της Γοργία που ενορχήστρωνε μαζί με τους performer, σαν ένα κινούμενο πανοπτικό, τις δράσεις των θεατών.

Η εξιδανίκευση της περιπλοκότητας έναντι της απλότητας, η έμφαση στη θεωρία που δεν μετατρέπεται ποτέ σε πράξη, η εξύμνηση της ανωριμότητας ως ύστατο προσόν του αιώνιου παιδιού που δικαιολογείται πάντα ανεξαρτήτως αποτελέσματος, βαθιά χαρακτηριστικά της κουλτούρας ναρκισσισμού που βιώνουμε όλοι, παρατάσσονται επιτελεστικά σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Και η Γοργία με την μετατροπή του σκηνικού σε Σύνοδο Κορυφής προς το τέλος, μας προχωρά στο αγαπημένο της κοινωνικοπολιτικό πεδίο. Η ανωριμότητα και η ψυχική κατάσταση του ναρκισσισμού συνδυάζονται και προβάρονται διαρκώς από μια ελληνική και ευρωπαϊκή κοινωνία που πασχίζουν εν μέσω κρίσης να υπερβούν τους εαυτούς τους και να φανούν σοβαρές και υπεύθυνες απέναντι σε αντίξοες συνθήκες, ενώ βρίσκονται σε παιδαριώδη κατάσταση για χρόνια, αποποιούμενες οποιαδήποτε ευθύνη. Μια ναρκισσιστική ανωριμότητα που ενισχύεται από ένα ευρύτερο Δυτικό, νεοφιλελεύθερο έθος που τις πλαισιώνει, μια ευρύτερη νοοτροπία που πρεσβεύει ότι το αφελές, το ουδέτερο, το ανέμελο, το στιγμιαίο, το πρόσκαιρο και εν τέλει το επιφανειακό πρέπει να κρατηθούν ανέγγιχτα πάση θυσία και με κάθε τίμημα. Μια Δυτική κοινωνία που φορά κουστούμια και από μέσα πάνεςˑ που αδυνατεί να αποδεχτεί την ευθύνη, το δύσκολο, τη φθορά, την παρακμή και την αποτυχία ως μέρη της ζωής και ως κινητήριες δυνάμεις για κάτι πραγματικά νέο, αυθεντικό, στοργικό και ειλικρινές. Το Νηπιαγωγείο διερωτάται λοιπόν: Ποιες είναι οι συνέπειες πίσω από την άνευ όρων ανωριμότητα; Που οδηγεί άραγε αυτή η ναρκισσιστική αισθητικοποίηση του εαυτού; Και ποιο θα είναι το τίμημα της εικονικότητας στους δύσκολους καιρούς που έρχονται;

Ναταλία Κουτσούγερα
Η παράσταση «Νηπιαγωγείο» από την ομάδα χορού Αμάλγαμα της Μαρίας Γοργία παρουσιάζεται στο χώρο Μπανγκλαντές από τις 26 Φεβρουαρίου μέχρι και τις 3 Απριλίου 2016.

 

Share this post

Last modified on
elenfrdeites
Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2020

Παραστάσεις χορού σήμερα

  • Άνω Πετράλωνα

    Ενοικίαση χώρου για πρόβες και μαθήματα

Στοιχεία Επισκεψιμότητας

Επισκέπτες τώρα: 741
Εγγεγραμένα μέλη: 4564
Dancetheater.gr. All rights reserved 2010-2016

Login or Register

LOG IN

resources