Dance Theater

Ομάδα ΓΑΒ | "Βαθύς Αναστεναγμός" (Ναταλία Κουτσούγερα)

Τι κρύβεται πίσω από την εικόνα της φαινομενικής καθαρότητας μιας κοσμοπολίτικης παρέας που συγκεντρώνεται γύρω από ένα συνηθισμένο τραπέζι δείπνου και πώς αναδύονται νοσταλγικά οι αισθητικές διαστάσεις του θανάτου, του τραύματος, της ανθρώπινης ματαιότητας και ασυδοσίας; Η παράσταση Βαθύς Αναστεναγμός της καλλιτεχνικής ομάδας του Κινητήρα ΓΑΒ πραγματεύεται με ανάλαφρο και γλυκόπικρο τρόπο τις πιο ανεπαίσθητες όψεις των ανθρώπινων ιδιοτήτων και αδυναμιών, των εφηβικών, γλαφυρών αλλά και σκοτεινών επιθυμιών, μέσα από ένα εικαστικό δρώμενο συμποσιασμού με κέντρο μια μετακινούμενη ξύλινη τραπεζαρία σουηδικού τύπου.
Ομάδα ΓΑΒ | "Βαθύς Αναστεναγμός" (Ναταλία Κουτσούγερα)

Η παράσταση θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα ενδιαφέρον εγχείρημα εικαστικοποίησης σωματικού θεάτρου. Αντλώντας υλικό από το μυθιστόρημα Dolce Agonia της Καναδής Nancy Huston, οι δημιουργοί της παράστασης η χορογράφος και σκηνοθέτις Αντιγόνη Γύρα, η σκηνοθέτις και ηθοποιός Βίκυ Αδάμου και ο εικαστικός και περφόρμερ Ιάσονας Βενετσανόπουλος συνθέτουν ένα αμάλγαμα από χορευτικά αργοκίνητα σώματα που διαντιδρούν μεταξύ τους σύμφωνα με τους νόμους της αστικής κοινωνικότητας και μεταχειρίζονται με λεπτότητα κουζινικά και μαγειρικά σκεύη για να επιδείξουν μια υποτιθέμενη περιποίηση στον εαυτό τους και στους άλλους. Η κάθε αργή κίνηση επιφέρει κάποιο πέρασμα και ανάλαφρο αποτέλεσμα στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, ενώ τα δάκτυλα των περφόρμερ παίζουν σημαντικό εικαστικό ρόλο στην λεπτοφυή ενορχήστρωση του έργου. Το επιτελείο των ηθοποιών και χορευτών/τριών συναντιέται γύρω από το τραπέζι για να ανταλλάξει τις διαφορετικές ποιότητες που έχουν αποκομίσει από τις τέχνες τους και καταλαμβάνουν διαφορετικούς χώρους και ενέργειες. Κάποιοι/ες πιο εύθραυστοι και ρομαντικοί (Κατερίνα Σκιαδά, Νίκος Δραγώνας, Ιωάννα Καμπυλαυκά) άλλοι/λες πιο σκληροί και γλεντζέδες (Joe Tornabene, Γρηγόρης Σερμπής) ή πιο οριακοί (Βίκη Αδάμου, Κωστής Δασκαλάκης) μπαίνουν σε σταθερούς ρόλους χωρίς πολλές διακυμάνσεις, σε μια κυρίαρχη ατμόσφαιρα επιμιξίας και συμβολικής, ανεπαίσθητης βίας και αυτοκαταστροφής. Σώματα, σκεύη, ζεύγη και ωσμώσεις, με τη συμβολή του επιμελημένου φωτισμού και του λοιπού σκηνικού (ροζ και άσπρες φλοκάτες/λευκό χιόνι/λευκά κουστούμια) σε ανοιχτόχρωμα παστέλ χρώματα, συγκροτούν δυνατές εικαστικές εικόνες και σωματικά γλυπτά που αποδίδουν θραυσματικές αισθήσεις.

Οι χορογραφίες στήνονται γύρω από τους επιφανειακά καλούς τρόπους, τα αγκαλιάσματα και τα σερβιρίσματα των συμμετεχόντων, τις επιτελέσεις γευσιγνωσίας και αλληλοθαυμασμού που λαμβάνουν χώρα πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού ενώ οι σχέσεις διαταράσσονται και αποκαλύπτονται στην πραγματική τους ουσία κάτω από αυτό. Οι αφηγήσεις ενός χιουμορίστα πανόπτικου θεού που αναλύει την μετέπειτα πορεία και τον τραγελαφικό θάνατο ορισμένων εκ των πρωταγωνιστών ενισχύουν τον ανάλαφρο και σουρεαλιστικό χαρακτήρα της παράστασης. Οι αργές συνεχόμενες κινήσεις κυριαρχούν στην αρχή του έργου για να υποδηλώσουν την κανονικότητα, αλλά σταδιακά ανατρέπονται για να δώσουν τη σκυτάλη σε γρήγορες και ασυνεχείς κινητικές φόρμες και σωματικούς διαλόγους που διαρρηγνύουν την τάξη και την ομαλότητα, δίνοντας έμφαση στην υλικότητα του σώματος και την ποταπότητα της σάρκας. Η χρονικές στιγμές όπου επιστρατεύονται χαρακτηριστικές κινήσεις τονίζοντας τον σπλαχνικό πόνο και τις σωματικές/αισθητηριακές δράσεις όπως ο αναστεναγμός, το φτέρνισμα, ο βήχας, το χασμουρητό, το φιλί σπάνε την απόσταση των θεατών με τους πρωταγωνιστές και καταλύουν τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο θέαμα και το βίωμα – της αισθητικής ως διαμεσολαβημένης διεργασίας – που αναδεικνύεται στην αρχή του έργου. Ο βαθύς αναστεναγμός, που αποτελεί βιωματική κορύφωση και τίτλο του έργου έρχεται ακριβώς σαν σημείο συνάντησης και συμφιλίωσης του πραγματικού και του αισθητικού.

Το τραπέζι χρησιμοποιείται ως σύμβολο του ορίου ανάμεσα στο κανονικό/επιφανειακό και στο μη-κανονικό/μύχιο, αλλά και ως σύμβολο της υπέρβασης αυτού του ορίου, όταν κινείται έντονα ή όταν μετατρέπεται σε κούνια και σε αντικείμενο ισορρόπησης των πρωταγωνιστών. Η μουσική καταλαμβάνει τον δικό της ξεχωριστό χώρο και όπως ο φωτισμός διαμορφώνει συγκεκριμένες ατμόσφαιρες και ανάλογες κινησιολογίες. Έτσι ηχητικά τοπία που διαμορφώνονται από το βαρύτονο σαξόφωνο του Joe Tornabene ακολουθούνται από αφηρημένες χορογραφίες, ενώ σε άλλες χρονικές στιγμές η μουσική παραπέμπει στην ατμόσφαιρα της παλαιάς Αθήνας και σε μακρόσυρτα βαλς. Όλα αυτά μαζί δένουν μια αισθητική της ενθύμησης που διακατέχει τόσο την παρέα ως σύνολο όσο και τις μοναδικότητες που ξεδιπλώνουν το ρόλο τους.

Η παράσταση στο σύνολό της περιστρέφεται γύρω από κάποιες φιλοσοφικές έννοιες-αισθήσεις. Πρόκειται καταρχήν για μια διαπραγμάτευση της αισθητικής μορφής κοινωνικότητας, που μεταφράζεται σε μια αέναη εσωτερική όρεξη για δράση (puissance, Maffesoli 1996). Στην παράσταση οι κοινωνικές επιρροές, οι συνθήκες και οι εξωτερικές επιδράσεις δεν υπάρχουν και η δράση επικεντρώνεται ακριβώς σε αυτό το στοιχείο, ως οργανικό και νατουραλιστικό. Γι αυτό το λόγο οι μετέχοντες του τραπεζιού βρίσκονται σε μια διαρκή μέθεξη και οριακότητα, μοιάζουν να είναι αιώνιοι, ενώ ο θάνατος αφού αισθητικοποιείται εν τέλει εξαλείφεται. Κατά δεύτερο λόγο, η παράσταση περιστρέφεται γύρω από το αίσθημα της νοσταλγίας – στην αισθαντική αποτύπωση του εφήμερου και του φευγαλέου – σε μια μεταμοντέρνα λογική, όπου η νοσταλγία δεν αποτελεί απλώς τον πόνο από την απώλεια του χαμένου παρελθόντος αλλά μια νοσταλγία για ένα απροσδιόριστο χαμένο μέλλον. Ο νόστος και η μελαγχολική ματαιότητα παρελθόντος και μέλλοντος επιτείνονται μέσα από τραγούδια όπως Where Ηave Αll the Flowers Gone και Those Where The Days με μία γερή δόση από ρομαντισμό καθώς η αμφιλεγόμενη φιλική παρέα συγκεντρώνεται στο χιονισμένο παράθυρο ή παίζει χιονοπόλεμο.

Καθώς οι ρόλοι είναι μοιρασμένοι και καταδικασμένοι σε μια επαναληπτική επιτελεστικότητα που δεν προβλέπει εκπλήξεις οι άνθρωποι του τραπεζιού παραμένουν για πάντα ανώριμοι πλάνητες που δεν παίρνουν ποτέ κάποιο μάθημα για τη ζωή και για τις πράξεις τους. Έτσι το έργο σε μια πιθανή ερμηνεία στο τέλος της παράστασης κλείνει με την αποχώρηση κάποιων, παραπέμποντας σε μια δυνητική ανώδυνη ανανέωση των μελών της παρέας που αντικαθιστούν τους αδύναμους αποθανόντες, ενώ οι δυνατοί κρίκοι παραμένουν αθάνατοι για να συνεχίσουν να βιώνουν την αστείρευτη ενέργειά τους για δράση και κοινωνικότητα.

Ναταλία Κουτσούγερα

Maffesoli, M. 1996. The Time of the Tribes: The Decline of Individualism in Mass Society. London: Sage.

 

Share this post

elenfrdeites
Σάββατο, 17 Αυγούστου 2019

Παραστάσεις χορού σήμερα

Στοιχεία Επισκεψιμότητας

Top Visiting Day: 07-11-2019 : 1462
Αριθμός μελών σε σύνδεση: 0
Επισκέπτες τώρα: 1395
Εγγεγραμένα μέλη: 4470
Τώρα σε σύνδεση:
-
Dancetheater.gr. All rights reserved 2010-2016

Login or Register

LOG IN

resources