Dance Theater

Πραγματεία για τον χορό και τον ρυθμό…

Πραγματεία για τον χορό και τον ρυθμό…

της Ισμήνης Κωνσταντινοπούλου
 
(Το παρακάτω κείμενο συνοψίζει τα πρώτα συμπεράσματα μιας σύντομης έρευνάς μου σχετικά με τα γενόμενα του χορού στην Ελλάδα σήμερα. Την εν λόγω μελέτη παρουσίασα ως εισηγήτρια το καλοκαίρι του 2018 στα πλαίσια του 51ου Διεθνούς Συνεδρίου Χορού, ενός θεσμού για τον χορό, την ενημέρωση και την συνδιαλλαγή πάνω στην τέχνη. Στο κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω, όσο «ιδιόρρυθμο» κι αν αυτό σας φανεί αρχικά, θα παρακολουθήσετε μια συλλογιστική πορεία που ως στόχο έχει να ενημερώσει και να προβληματίσει σχετικά με τις επίκαιρες συνθήκες χορού στην χώρα μας).
 
 
Όλα τα πράγματα σήμερα έχουν ένα όνομα. Άλλα, ένα όνομα διεθνές και καθολικό, άλλα πάλι ένα όνομα εντελώς προσωπικό ...και... αντιπροσωπευτικό... Όπως και να 'χει είναι ενδιαφέρον και συνάμα χαοτικό αν κάτσει κάποιος να συλλογιστεί πώς στην ουσία το καθετί που μπορούμε να αντιληφθούμε, είτε το δημιουργήσαμε εμείς είτε όχι, δεν είχε πάντα ένα όνομα.
Μια καρέκλα για παράδειγμα. Ναι σωστά, μια καρέκλα. Όποιος εμπνεύστηκε και πρωτοκατασκεύασε αυτό το χρηστικό, καθημερινό, και δεδομένο πλέον αντικείμενο, δεν σηκώθηκε μια μέρα και είπε, "Πάω να φτιάξω μια καρέκλα". Είπε, "πάω να φτιάξω κάτι, το οποίο θα έχει ένα σχήμα x κατάλληλο ώστε να μπορεί κάποιος να το αξιοποιήσει για να καθίσει".
Αυτό που επιδιώκω να πω, είναι πως τα πράγματα αποκτούν αναγκαστικά ένα όνομα το οποίο, από μια απλή παράταξη γραμμάτων που αρχικά μπορεί να είναι, φτάνει να αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη χρησιμότητα ή ιδιότητα και να αποτελεί αναγνωριστικό στοιχείο για το εκάστοτε αντικείμενο.
Αυτό σημαίνει πως αν δεν είχαμε δει ποτέ κάποιον να κάθεται σε μια καρέκλα αλλά μας τοποθετούσαν σε ένα δωμάτιο χωρίς καμία κοινωνική ή εξωτερική επαφή, και ξαφνικά μια μέρα μας έδειχναν το αντικείμενο αυτό, ακόμα και αν μας το ονομάτιζαν χαρακτηριστικά, εμείς το μόνο που θα ήμασταν σε θέση να κάνουμε θα ήταν να αντικρίζουμε με απορία κάτι τόσο άγνωστο, του οποίου το «όνομα» και μόνο δεν θα σήμαινε απολύτως τίποτα, εφόσον στα μάτια μας θα ήταν απλά μια εικονική "ταμπέλα" χωρίς καμία αντιλήψιμη ή γνώριμη ουσία.

Είναι λοιπόν αρκετά περίεργο... . Θέλω να πω, έχουμε φτάσει σήμερα σε σημείο να αποκαλούμε υλικές και άυλες αξίες με ονόματα «επιθετικά» και μάλλον «θορυβώδη», απλά και μόνο για να είμαστε στην ευνοϊκή θέση να περιορίσουμε το "μέγεθός" τους. Το εννοιολογικό τους μέγεθος. Μέγεθος το οποίο, αδυνατώντας πολλές φορές να οριοθετήσουμε λόγω άγνοιας της εξ ορισμού προέλευσής του, μας προκαλεί έναν τρόμο. Τον τρόμο αυτόν, καταλήγουμε, αυθαίρετα και με ευκολία, να αποδώσουμε σ’ έναν μυστικιστικό και χαώδη χαρακτήρα του εκάστοτε όρου, ο οποίος βέβαια συνήθως, καμία απολύτως σχέση δεν έχει με την πραγματική διάσταση και φύση των πραγμάτων.
Ας μιλήσουμε λοιπόν, για παράδειγμα, αναφορικά με τον ρυθμό... . Και πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει θεωρήσεις σχετικά με το πώς ο ρυθμός προϋπάρχει ως αδιάσπαστο στοιχείο της φύσης και της "δημιουργίας"... . Θα σας πω ένα μυστικό. Αυτή τη φράση πραγματικά σιχάθηκα να την ακούω έναν ολόκληρο χρόνο που προετοιμαζόμουν για τις πτυχιακές μου εξετάσεις στον χορό. Και σιχάθηκα γιατί στην ουσία είχαμε βρει και διαμορφώσει μια πανέμορφη γλωσσικά φράση, καλαίσθητη στα αυτιά των εξεταστών μας στο Υπουργείο πολιτισμού, που όμως στην πραγματικότητα δεν αντιλαμβανόμασταν τι αντιπροσώπευε ουσιαστικά.

Ο ρυθμός προϋπάρχει ναι. Ως στοιχείο της φύσης, ναι. Από την άλλη πλευρά όμως, ο άνθρωπος τον ρυθμό, (ως πρωταρχική έννοια), τον αντιλήφθηκε για πρώτη φορά παρατηρώντας, (όντας τότε πρωτόγονος), πως ο ήχος που βγαίνει από το χτύπημα του "τσεκουριού" του πάνω στην πέτρα, ως προσπάθεια προσδιορισμού και αξιοποίησής της, ήταν ισόχρονος και σταθερά επαναλαμβανόμενος. Γιατί εκείνος επέλεγε να τον κάνει έτσι. Προκειμένου να μπορέσει να εξοικονομήσει δύναμη και ενέργεια.
Σ' αυτήν λοιπόν την περίπτωση θα έλεγε κανείς, πως δεν ήταν ο άνθρωπος εκείνος που έδωσε στον ρυθμό ένα αντιπροσωπευτικό όνομα της ιδιότητάς του. Για τον πολύ απλό λόγο ότι από την στιγμή που μπόρεσε να αντιληφθεί τον ρυθμό και για πολλά χρόνια αργότερα, ο ρυθμός αποτελούσε για εκείνον περισσότερο προαίσθημα και αίσθημα παρά οτιδήποτε άλλο.
Ο ρυθμός "ζούσε" παράλληλα με τον άνθρωπο χωρίς όμως ο τελευταίος να είναι σε θέση να του προσδώσει μια συγκεκριμένη ιδιότητα. Γιατί πολύ απλά δεν μπορούσε ακόμα να αντιληφθεί την "ενσάρκωση" και εφαρμογή του στην ζωή και την καθημερινότητά του. Πολλές φορές δεν αντιλαμβανόταν καν την παρουσία του... την μόνιμη και διαρκή παρουσία του.

Έτσι λοιπόν, αναφερόμενη στο "αντικείμενο" το οποίο είναι πιο οικείο σε μένα την δεδομένη χρονική στιγμή, θα ήθελα να πω το εξής: Δεν μπορούμε, κατά την προσωπική μου πάντοτε άποψη, να ορίζουμε με απόλυτο και αυταρχικό τρόπο, έννοιες όπως είναι πχ. ο χορός.
Προσωπικά υποστηρίζω, πως αυτό θα ήταν κατά τρόπον αδιανόητο και ανούσιο. Πώς είναι δυνατόν να ορίσεις και να προσδώσεις ένα όνομα και μια μόνο υπόσταση σε κάτι το οποίο από μόνο του είναι μια σύνθεση πολλών άλλων ακαθόριστων εννοιών;
Η προσωπική μου λογική, μού υποδεικνύει πως, για να ορίσεις παραδείγματος χάρη «μονομερώς» τον χορό, θα πρέπει πρώτα να είσαι σε θέση να ορίσεις εννοιολογικά με απόλυτο και μονοδιάστατο τρόπο, θεμελιώδεις έννοιες, όπως τον χώρο, τον χρόνο, τον ρυθμό, την ιδέα, την δράση, την αντίδραση, το αίσθημα. Έννοιες δηλαδή που από την φύση τους δεν είναι ούτε μονοδιάστατες, ούτε απόλυτες. Και αυτό φυσικά δεν ισχύει μόνο για τον χορό, αλλά και για τα περισσότερα πράγματα στην ζωή νομίζω.

Προσωπική μου άποψη είναι πως κάποιος ο οποίος επιχειρεί επίμονα να προσδιορίσει με μια μόνο έννοια τον όρο «χορός», απλά αγωνίζεται για κάτι ακαθόριστο και ίσως εν δυνάμει αδύνατο.
Και ακόμα χειρότερα, αυτός ο οποίος κρίνει έναν "χορευτή" από έναν "μη χορευτή" έχοντας στο μυαλό του ένα καλογραμμένο (???) βιβλίο με κανόνες, τους οποίους έχει προσαρμόσει στις δικές του αισθητικές προτιμήσεις, (στην καλύτερη περίπτωση φυσικά, γιατί υπάρχουν και πολύ χειρότερα!), απλά ζει πιστεύοντας πως ο χορός είναι η ωραιοποιημένη μιμητική και υποκριτική παρουσίαση της φυσικής κίνησης η οποία στην εξέλιξή της και υπό την καθοδήγηση ενός ατόμου, πλασάρεται έτσι ώστε να προκαλεί ψευδή και πλαστά συναισθήματα. Και ο χορός δεν είναι αυτό!
Η ζωή όμως είναι έτσι, – καλώς ή κακώς... . Καμιά φορά το μεγαλύτερο λάθος του ενός, αξιολογούμενο υποκειμενικά και αξιοποιούμενο με τον καταλληλότερο τρόπο, μπορεί να δημιουργήσει το αυθεντικότερο αντικειμενικό παράδειγμα. Και το αυθεντικότερο αντικειμενικό παράδειγμα, να προσδιορίσει το ζωτικότερο στοιχείο μιας έννοιας.
 
 
Περί τεχνών στην Ελλάδα… εν συντομία
 
Βασικός λόγος για τον οποίο οι τέχνες στην Ελλάδα δεν καρποφορούν και δεν επικοινωνούνται παρά μόνο μεταξύ μιας πολύ περιορισμένης, συγκεκριμένης και μικρής ομάδας ανθρώπων, είναι γιατι κατά την άποψή μου, απουσιάζει η ουσιαστική ενημέρωση και η ευρεία γνωστοποίηση της δημιουργικότητας των καλλιτεχνών, αλλά και των καλλιτεχνικών δρώμενων που συχνά λαμβάνουν χώρα αφανώς.
Και φυσικά κάτι το οποίο δεν επικοινωνείται, δεν ανθεί. Δεν λαμβάνει έκταση, μέγεθος, ουσιαστική και κοινώς αποδεκτή υπόσταση.
Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε την έννοια της διασκέδασης απο αυτήν της ψυχαγωγίας και της τέχνης. Η τέχνη μπορεί να προσφέρει ψυχαγωγία, όχι διασκέδαση. Χωρίς αυτό να ορίζει σε κάθε περίπτωση την διασκέδαση ως κάτι μη ποιοτικό, κάτι που στερείται υπόστασης, ιδεών, οράματος ή ηθικής.
Απλά ως προς την τέχνη, υπάρχουν συχνά και εκείνες οι φορές, όπου ο σκοπός ή η αποστολή είναι τέτοια, ώστε αυτό που εν τέλει τίκτεται να είναι κάτι διαφορετικό, ακόμα και απο την ψυχαγωγία.
Μπορεί να είναι πολλές φορές κάτι, το οποίο καταλήγει να υπόκειται στα πλαίσια της ηθοπλασίας, της διδαχής, της διαμαρτυρίας ή ακόμα της εναντίωσης στα γενόμενα.
Να καταλήγει να είναι κάτι, το οποίο δεν τέρπει, δημιουργώντας απαραίτητα το αίσθημα της άμεσης ευχαρίστησης ή ευφορίας, όπως δυστυχώς σήμερα ορίζει επιτακτικά η παραμορφωποιημένη σύλληψη της έννοιας της αγωγής της ψυχής, (ψυχαγωγίας).
Πολλές φορές η τέχνη, θα οδηγήσει στην έμμεση ή μακροπρόθεσμη ικανοποίηση του σκοπού της και άρα της εξ’ αυτού γενναιόδωρα προσφερόμενης ψυχαγωγίας.
Και προσωπικά θεωρώ, πως η διασκέδαση δεν μπορεί παρά να είναι ένας δίαυλος, ένα μέσο άμεσης ικανοποίησης και ευνοϊκής τέρψης του συναισθήματος.
Η ψυχαγωγία είναι κάτι άλλο. Είναι αυτό το οποίο θα δουλέψει και θα δουλευτεί έμμεσα, περνώντας μέσα απο την έκφραση του αρνητικά διακείμενου συναισθήματος, προκειμένου να καταλήξει κάποια στιγμή, σύντομα ή όχι, στην ουσιαστική και βαθειά ικανοποίηση ενός πολύπλοκου και στοιχειοθετημένου σκοπού.
Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο πιστεύω πλέον ισχυρά, πως η τέχνη, κάθε άλλο παρά με τον όρο διασκέδαση έχει να κάνει.
 
 
Σχετικά με τον χορό, τη μουσική, το "μέτρημα"...
 
Επιχειρώντας να δημιουργήσω μια σύνδεση ανάμεσα στον ρυθμό και τον χορό, αντικείμενα για τα οποία ως τώρα κάναμε λόγο, επιτρέψτε μου να αναφερθώ και να χρησιμοποιήσω ένα πιο συγκεκριμένο παράδειγμα.
Είναι γεγονός πως σήμερα διαμορφώνεται μια νέα λογική, (ειδικά στον σύγχρονο χορό), μια λογική του μη μετρήματος. Δεν μετράω αλλά εκτελώ μια άσκηση-έναν συνδυασμό ακολουθώντας την δυναμική και το ροή που η ίδια η κίνηση παράγει.
Πραγματικά πιστεύω πως αυτή η λογική ενθαρρύνει την ανάπτυξη ποιοτικής κίνησης σε έναν χορευτή και καταργεί λίγο το γνωστό φαινόμενο του χορευτή "ρομπότ".
Ωστόσο, πιστεύω πως όταν ως δάσκαλος επιχειρείς να διδάξεις έναν κινητικό συνδυασμό μέσα σε μια ανομοιογενή τάξη, (γιατί καλώς ή κακώς η πλειοψηφία των τάξεων χορού στην Ελλάδα είναι ανομοιογενής), το να δώσεις κατευθηντήρια γραμμή στους μαθητές σου να μην μετράνε ρυθμικά έναν συνδυασμό και στην συνέχεια να απαιτείς να είναι συγχρονισμένοι και να "πορεύονται" ομοίως μέσα σ’ αυτόν, μου φαίνεται κάτι το ελαφρώς παράδοξο.
Και θα δικαιολογήσω αμέσως την άποψή μου αυτή: Κατ' αρχάς μέσα σε μια τάξη χορού, (ερασιτεχνική, επαγγελματική ή και ανοιχτού επιπέδου), ένας δάσκαλος θα χρειαστεί να διαχειριστεί άτομα-χορευτές πολλά απο τα οποία, δεν θα έχουν την αίσθηση του ένρυθμου και θα δυσκολεύονται ιδιαίτερα να ακολουθήσουν οποιονδήποτε ρυθμό. Οι λεγόμενοι και ως «άμουσοι» άνθρωποι.

Όταν λοιπόν ο δάσκαλος αυτός θα έχει να κάνει με άτομα τα οποία σε μια καθαρή ρυθμική οδηγία δεν θα ανταποκρίνονται επιτυχώς, το να τους ζητήσει να πάρουν πρωτοβουλία και να αναπτύξουν έναν ποιοτικό προσωπικό ρυθμό που την ίδια στιγμή θα εναρμονίζεται με εκείνον των συγχορευτών του, πιστεύω πως θα αποδειχθεί μια εξαιρετικά μεγάλη πρόκληση.
Επιπλέον, όταν πίσω απο τον χορευτικό συνδυασμό υπάρχει χρήση μουσικής και όχι κίνηση στην «σιωπή» ή σε κάποιο άλλο ρυθμικό μοτίβο, τότε η εκάστοτε προσωπική επιλογή ρυθμού και «διανομής» της κίνησης μέσα σε αυτόν, θα είναι, το πιθανότερο, διαφορετική απο κάθε άλλη.
Αυτό, γιατί στο άκουσμα ενός μουσικού-μελωδικού κομματιού, δεν είναι ένας ο ρυθμικός τύπος που αναπτύσσεται αλλά συνήθως πολλοί περισσότεροι.
Και φυσικά πέρα απο τους πολλαπλούς ρυθμικούς τύπους που ενυπάρχουν αρμονικά μέσα σε μια μουσική σύνθεση, εκ των πραγμάτων, αναλογικά πολυπληθείς θα είναι και οι τρόποι με τους οποίους ο χορευτής θα έχει την δυνατότητα να κατανύμει τις χορευτικές ή ρυθμικές  κινήσεις που του έχουν ζητηθεί, στον εκάστοτε πάντα ρυθμικό/ους  τύπο/ους τους οποίους ο ίδιος έχει επιλέξει να αξιοποιήσει.
Για παράδειγμα, ένας α χορευτής μπορεί να εκτελέσει μια κίνηση με τονισμό στην άρση μιας αξίας 1/4 της μουσικής, ενώ ένας χορευτής  β να εκτελέσει την ίδια ακριβώς κίνηση, στην ίδια μουσική διάρκεια, τονίζοντας την όμως στην θέση της αξίας.
Η κίνηση των δύο χορευτών θα αρχίσει και θα τελειώσει την ίδια στιγμή και φυσικά θα έχει την ίδια διάρκεια (1/4), εφόσον αυτό έχει ζητηθεί. Ωστόσο, η διαφορετική εσωτερική κατανομή των επιμέρους  μικρο-κινήσεων στην διάρκεια αυτή, θα προσφέρει ένα οπτικό αποτέλεσμα το οποίο πιθανόν να δίνει την αίσθηση του ασυγχρόνιστου. 

Όλη αυτή η διαδικασία είναι στην ουσία και εκείνη που δημιουργεί τις διαφορετικές ποιότητες στην κίνηση ένος χορευτή, είτε σε συνθήκη κίνησης στη μουσική είτε όχι.
Επομένως είναι και λογικό, η κατανομή κινήσεων στη μελωδική ή ρυθμική πορεία ενός κομματιού να μπορεί να πραγματοποιηθεί με αναρίθμητους τρόπους. Τρόπους, που συχνά μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους ακόμα και ελάχιστα.
Και βέβαια αναπόφευκτα, η εκτέλεση της ίδιας κίνησης με ποιότητα απο διαφορετικούς χορευτές, θα δημιουργήσει μια αισθητή διαφορά η οποία και θα καταστεί εμπόδιο στην επίτευξη ενός ακριβούς συγχρονισμού των κινήσεών τους.
Προσωπικά λοιπόν υποστηρίζω, πως η λογική της άμετρης κοινής ρυθμικής εκτέλεσης  μιας άσκησης στα πλαίσια ενός μαθήματος τεχνικής του χορού, αποτελεί σίγουρα μια εξαιρετική ευκαιρία ανάπτυξης των κινητικών ποιοτήτων των χορευτών, ωστόσο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
Γιατί στην περίπτωση όπου απαιτούμε μια ταυτόχρονη, ομαδική εκτέλεση μιας χορογραφημένης σύνθεσης , η οδηγία του «επιλέγω να μην μετρήσω ρυθμικά» ακόμα και ούτε σε στοιχειώδη πλαίσια για να μην περιορίσω την ανάπτυξη της κίνησής του εκάστοτε χορευτή, μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές δυσκολίες.
Και αυτό γιατι όπως είπαμε προηγουμένως έχουμε να κάνουμε με προσωπικές ποιότητες στην κίνηση. Δηλαδή, διαφορετικούς τρόπους αντίληψης μιας κοινής συνιστώσας, του ρυθμού.
Και σαφώς δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, εφόσον οι άνθρωποι, ως ανόμοιοι εκ φύσεως μεταξύ μας, αναπτύσσουμε διαφορετικές αντιλήψεις και διαφορετικά παράγωγα αυτών. Παράγωγα τα οποία μπορεί μεν να υπόκεινται σε κοινά γενικά πλαίσια, όχι όμως και στα επιμέρους.
Και  σίγουρα, αυτό είναι ένα θέμα όταν μιλάμε για την οδηγία απόλυτου συγχρονισμού της κίνησης μεταξύ των χορευτών.
 
 
Σχηματικά:
 
Διαφορετικά άτομα <  διαφορετική αντιλήψη του ρυθμού < διαφορετικοί τρόποι ανάπτυξης και κατανομής της κίνησης μέσα σ’ αυτόν < διαφορετικές κινητικές και χορευτικές ποιότητες < παρεμφερή, όχι όμως ίδια οπτικά - κινητικά  αποτελέσματα.
 
Αυτά που διαβάσατε παραπάνω, αποτελούν μια άτυπη προσωπική μου έρευνα μέσα από την χορευτική μου εμπειρία και την ελάχιστη πείρα που αυτή τη στιγμή διαθέτω χορευτικά και διδασκαλικά.

Share this post

Last modified on
elenfrdeites
Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2019

Στοιχεία Επισκεψιμότητας

Επισκέπτες τώρα: 560
Εγγεγραμένα μέλη: 4511
Dancetheater.gr. All rights reserved 2010-2016

Login or Register

LOG IN

resources