Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015 20:08

Στην άκρη του βατήρα με τη Μαρία Γοργία (Ναταλία Κουτσούγερα)

Κοιτώντας το πρώτο τρέιλερ της νέας παράστασης της Μαρίας Γοργία «Στην άκρη του βατήρα» δύσκολα μπορεί να μαντέψει κανείς που σκοπεύει να το πάει η χορογράφος. Μια γυμνή γυναίκα με μάσκα θαλάσσης και αναπνευστήρα περπατά με αργά βήματα στην ευθεία, σαν να βρίσκεται σε πασαρέλα, μέχρι να καταρρεύσει μπροστά στην κάμερα. Μια γυναικεία φωνή ακούγεται στο ηχητικό background «ναι ναι θέλω ναι. Ναι και μπορώ και θέλω».

Η πρώτη ιδέα που σου έρχεται στο μυαλό, γνωρίζοντας τις προηγούμενες δουλειές της Γοργία, είναι ότι μπορεί να πρόκειται για ένα ακόμη έργο που αναφέρεται στο φύλο και στην πολυεπίπεδη γυναικεία υποκειμενικότητα, όπου το σώμα γίνεται καμβάς και εικαστικό πεδίο για συμβολισμούς, καθώς το φύλο συνδέεται με γεγονότα της ελληνικής ιστορίας (Το Στρώμα, Κρυμμένη στους ελαιώνες) ή με τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας που έχουν κυριαρχήσει στην ανθρώπινη ζωή και επικοινωνία (Στη Τραμπάλα). Χωρίς να διαφεύγει εξ ολοκλήρου από αυτή την τροχιά, πρόκειται για ένα λεπτοφυές, πολύ «προσωπικό» έργο της Γοργία, με ήρωα ξανά μια γυναικεία μορφή που ενσαρκώνει η Σάνια Στριμπάκου. Η χορογράφος έρχεται να μας μιλήσει αυτή τη φορά για την σύγχρονη αστική μοναξιά και την στρεσογόνο καθημερινότητα. Πρόκειται για μια ενδοσκοπική ματιά στον νευρωτικό κόσμο μιας σύγχρονης γυναίκας της μεγαλούπολης με φωτεινό οδηγό τις αφηγήσεις αποσπασμάτων από το έργο του Σάμουελ Μπέκετ «Συντροφιά». Στη βάση της ανάγνωσης και μεταφοράς του κειμένου του Μπέκετ, η χορογράφος εμπνέεται από το δικό της βίωμα και μαζί με την Σάνια Στριμπάκου, δημιουργούν από κοινού τους μονολόγους και διαλόγους, βάζοντας στο παιχνίδι και το αμέριμνο κοινό.

Το «Στην άκρη του βατήρα» είναι ένα γρήγορο αλλά συνάμα «λείο» έργο, με κύριο χαρακτηριστικό του γνώρισμα την αδιάκοπη ροή σε αντίθεση με κάποια από τα προηγούμενα έργα της Γοργία, όπου κυριαρχούσαν οι παύσεις και οι σκηνές άλλαζαν μαζί με τα περιβάλλοντα, ακολουθώντας έναν αργό ρυθμό και μια λογική αλληλουχία. Εδώ η δράση πίνεται μονορούφι και δεν υπάρχει χρόνος για πολύ σκέψη, ούτε καν για την κατανόηση των νοημάτων του Μπέκετ που μας αφηγείται η performer. Το άλλο νέο στοιχείο που μας ενθουσιάζει σε αυτή τη δουλειά της Γοργία είναι η πρωτότυπη χρήση της διάδρασης με το κοινό, που υλοποιείται με τη θαυμάσια επιλογή της πολυσύνθετης Σάνιας Στριμπάκου, η οποία γίνεται ένα με τον ρόλο σε αυτή την δύσκολη solo performance καθηλώνοντας τον κάθε ένα από εμάς.


Η επιλογή του χώρου είναι και αυτή ξεχωριστή. Στο υπόγειο διαμέρισμα, «Μπαγκλαντές» που της παραχώρησαν οι Βασίλης Νούλας, Βάσω Καμαράτου και Κώστας Κουτσολέλος, η performance της Στριμπάκου βρίσκει το απόλυτο σπίτι της: Ένας γυμνός, ορθογώνιος, λευκός χώρος με μια υπερυψωμένη τουαλέτα (χωρίς κανένα παράθυρο), είναι και η μοναδική εικόνα που το κοινό αντικρίζει καθώς κάθεται στις καρέκλες για να παρακολουθήσει την παράσταση. Οι καρέκλες είναι αριθμημένες και τοποθετημένες με συγκεκριμένο τρόπο για να χρησιμοποιηθούν από την performer και η Γοργία μας έχει ζητήσει προηγουμένως να μην τις μετακινήσουμε. Καθώς η περιέργειά μας κορυφώνεται κοιτώντας αμήχανα γύρω μας, η Σάνια Στριμπάκου, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στο κοινό χωρίς να την έχει αντιληφθεί κανείς, αρχίζει να μιλά έντονα και δυνατά στο κινητό της. Σηκώνεται όρθια προχωρώντας στον λευκό χώρο και καταλαβαίνουμε ότι κανονίζει κάτι αόριστο, ξεστομίζοντας συνεχώς τις λέξεις «ναι και θέλω και μπορώ». Στους ρυθμούς του έντονου, επαναλαμβανόμενου λόγου της επιτελεί επικίνδυνες στηρίξεις, εξουθενωτικές συμπιέσεις των άκρων της και επιδίδεται σε βίαιους σωματικούς αυτό-βασανισμούς. Αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε ένα σουρεαλιστικό catwalking και σε μια συμπιεσμένη κινησιολογία, απεικονίζοντας ένα ανεξέλεγκτο, ρευστό σώμα που δρα μέσα σε μια φαντασίωση επίπλαστης ευδαιμονίας· ένα σώμα που αντιφάσκει με το λόγο και διαρκώς κακοποιείται, ασφυκτιά και συρρικνώνεται χωρίς καμία φυσικότητα. Ένα σώμα που εξαρθρώνεται και καταρρέει σταδιακά.


Ακολουθώντας τα χνάρια του Μπέκετ η Γοργία μας σκιαγραφεί την ψυχοσύνθεση της Στριμπάκου. Είναι μια γυναίκα του διαμερίσματος που ζει στο σκοτάδι έχοντας την ψευδαίσθηση της συντροφιάς, μια γυναίκα που «με όση λογική της απομένει συλλογίζεται λάθος». Μια οντότητα εκτός ορίων, χωρίς σταθερές αξίες, μπερδεμένη και διχασμένη, χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να αποδείξει και σε ποιόν. Καταλυτικά και απόλυτα μόνη, γεμίζει το χρόνο της με φαντασιώσεις, επίπλαστες ανάγκες της υγιεινιστικής κοινωνίας, μικροαστικές συνήθεις και επιφανειακές μικροκοινωνικότητες· ένα life-style απεχθές, αλλά τόσο γνώριμό μας. Οποιοσδήποτε από εμάς θα μπορούσε να αναγνωρίσει ένα κομμάτι του/της στον ψυχισμό της Στριμπάκου.


Η αποτύπωση αυτής της ψυχοσύνθεσης, εκτός από την έντονη σωματική δράση, επιτυγχάνεται με δυο τρόπους: Με την μακάβρια-σκοτεινή απαγγελία του έργου του Μπέκετ (εδώ χρησιμοποιούμε τα κινητά μας μέσα στο σκοτάδι για να φωτίσουμε την performer) και με την διαρκή διάδραση που αναπτύσσεται ανάμεσα στη Στριμπάκου και το κοινό. Το υγρό στοιχείο είναι διάχυτο και διαμορφώνει το ηχητικό τοπίο (βρύση που τρέχει στην τουαλέτα, ήχος βροχής ή κυμάτων θάλασσας).


Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της performance ωστόσο παραμένει ο ιδιαίτερος τρόπος χρήσης της διάδρασης και η επικοινωνία που χτίζεται με το κοινό. Το βλέμμα της Στριμπάκου είναι γεμάτο έξαψη και προκαλεί με μια επιθετική σεξουαλικότητα τους άντρες αλλά και τις γυναίκες που την παρακολουθούν, χωρίς εξαιρέσεις. Με απίστευτη άνεση διαλέγει έναν άντρα από το κοινό για να την μπανιάρει καθώς μιλάει ασταμάτητα για σούσι και ιαπωνική κουζίνα, εστιατόρια, ρούχα, τιμολόγια, καθημερινές υποχρεώσεις, θρεπτικές τροφές, βιολογικά προϊόντα και facebook. Όλα εκείνα που συνθέτουν και τη δική μας καθημερινότητα τα οποία φαντάζουν γελοία και περιττά. Η Στριμπάκου δεν διστάζει να μπει και στο ρόλο της ψυχολόγου καλώντας μια κοπέλα από το κοινό. Ξεκινώντας την ψυχανάλυση γελοιοποιεί τετριμμένες και πολυσυζητημένες στο δημόσιο λόγο ψυχαναλυτικές έννοιες, για να καταλήξει σε μια σκληρή διάγνωση ρωτώντας επιτακτικά την ψυχαναλυόμενη: «Τελικά είσαστε γυναίκα ή άντρας;».


Βρίσκοντας το τελευταίο θύμα της καταλήγει να αρπάξει τον Τίμο Ζέχα από το κοινό, να τον μεταφέρει στη σκηνή και να του επιτεθεί σεξουαλικά σε ένα ξέφρενο χορευτικό με ηλεκτρονική μουσική. Η επιθετική σεξουαλικότητα και οι αλληγορικές σκηνές αυτοερωτισμού επάνω σε μια, κλεμμένη από το κοινό, κόκκινη καρέκλα γραφείου συνθέτουν μια νυμφομανιακή, ακόρεστη προσπωπικότητα, που προσπαθεί να εκλογικεύσει και να ελέγξει τα πάντα. Το αιδοίο βρίσκεται συνεχώς στο προσκήνιο και τα υπόλοιπα μέρη του σώματος κινούνται έτσι ώστε να του αποδίδεται η ανάλογη έμφαση. Η ανδρόγυνη, ψυχαναγκαστική ιδιοσυγκρασία της Στριμπάκου βρίσκεται στο μεταίχμιο της αποκάλυψης και της επικάλυψης που αποδίδεται έξυπνα βγάζοντας και βάζοντας διαρκώς τα ρούχα της. Η μανιακή αναζήτηση αυτό-ικανοποίησης αποτυπώνεται και στο λόγο που χρησιμοποιεί ανακατεύοντας διάφορες λέξεις: «με αγαπώ, θέλω, μπορώ ναι ναι» φωνάζει σε παραλήρημα.


Καθώς η performance προχωρά προς το τέλος της και η αγωνία κορυφώνεται η Στριμπάκου μας εκθέτει όλο και περισσότερο τους ενδόμυχους φόβους της που συνδυάζονται με τους μονόλογους του Μπέκετ για το μαύρο σκοτάδι της μοναξιάς. Χρησιμοποιώντας σαν μοναδικά εικαστικά αντικείμενα την καρέκλα και το σώμα της σε διάφορες θέσεις, κακομεταχειρίζεται ακόμα περισσότερο τον εαυτό της. Σκεπάζει την καρέκλα με το λευκό μπλουζάκι που φορά και μοιάζει σαν να ενσωματώνεται με αυτή. Το κεφάλι της κρύβεται μέσα στο ρούχο καθώς εκτινάσσει σπασμωδικά τα πόδια και τα χέρια της και την ακούμε να εκδηλώνει φόβους σχεδόν για τα πάντα. Φοβάται τη μιζέρια, την επανάληψη, τη μοναξιά, το ρομαντισμό, την ελευθερία, το φόβο, το θάνατο.


Η Μαρία Γοργία επιλέγει να κλείσει το έργο στρεφόμενη στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Η Σάνια Στριμπάκου ανεβαίνει στο φανταστικό βατήρα, στην άκρη της υπερυψωμένης τουαλέτας και κοιτώντας προς τα κάτω ταξιδεύει στις θαλασσινές παιδικές της αναμνήσεις με τον γκριζομάλλη πατέρα της να την προτρέπει να μην φοβάται τίποτα. Έτσι η ευρηματική χορογράφος μας κοινωνεί ψυχαναλυτικά την απόγνωση του μελαγχολικού πλάνητα, εστιάζοντας στην τραυματική στιγμή της συνειδητοποίησης του ανέφικτου παιδικού ονείρου και της πατρικής ασφάλειας.



Ναταλία Κουτσούγερα (Dancetheater.gr)

Η παράσταση «Στην άκρη του βατήρα» της Μαρίας Γοργία (Ομάδα Χορού Αμάλγαμα) παρουσιάστηκε από τις 7 Φεβρουαρίου μέχρι και τις 16 Μαρτίου 2015 στο χώρο Μπαγκλαντές (Χαλκοκονδύλη 35) και θα συνεχιστεί έως και τις 3 Απριλίου 2015.

Read 2449 times Last modified on Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015 20:17
Like us on Facebook