Εντυπώσεις από το Lacrimal του Χάρη Κούσιου και ολίγα περί γυμνού στο χορό (Χρήστος Πουγκιάλης)

Από την παράσταση της Πέμπτης 24 Μαρτίου 2016, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση
Εντυπώσεις από το αναίτια γυμνό LACRIMAL του Χάρη Κούσιου και ολίγα περί γυμνού στο χορό
Εισαγωγικά

Το “Lacrimal” που παρουσίασε o Χάρης Κούσιος στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, σύμφωνα με όσα αναγγέλθηκαν, αποτελεί την χορογράφηση ενός μοιρολογιού «…σε ένα ταξίδι με προορισμό την κάθαρση». Πρόθεση του δημιουργού, όπως είπε, ήταν να χορογραφήσει όχι τόσο τον πόνο, όσο την αλλαγή του συνειδησιακού επιπέδου και την λύτρωση που έρχεται μέσα από το μοιρολόι. Το έργο οδηγείται από τη μουσική σύνθεση GriefGestures του Δημήτρη Σκύλλα, επηρεασμένη από το υπέροχο ηπειρωτικό μοιρολόι «Τι κακό ‘κανα ο καημένος».

Συνοπτική περιγραφή

Το έργο αποτελείται από 2 μέρη:

Το πρώτο εκτελείται χωρίς τη συνοδεία μουσικής. Σε αυτό 40 μαυροφορεμένοι χορευτές-ριες, με σοβαρό ύφος, περπατάνε ασταμάτητα πάνω στη σκηνή από τα δεξιά προς τα αριστερά, έκαστος με διαφορετική ταχύτητα, επί 30 περίπου λεπτά! Μετά το πρώτο 15λεπτο ανάμεσα στους μαυροφορεμένους εμφανίζονται βαθμιαία και 7 γυμνοί-ές, που κατά περίπτωση κινούνται πιο ανεξάρτητα, λαμβάνουν στάσεις ως αγάλματα κλπ. Στο τέλος του αδιάκοπου αυτού περπατήματος οι μαυροντυμένοι σιγά – σιγά αποχωρούν και απομένουν οι 7 γυμνοί χορευτές-ριες.

Τότε αρχίζει το 15λεπτης διάρκειας δεύτερο μέρος, οπότε η 9μελής ορχήστρα ξεκινά να παίζει μουσική. Η μουσική σύνθεση που ακούγεται είναι παράξενη, τουλάχιστον για πολύ κόσμο. Διαθέτει σκόπιμες παραφωνίες, εναλλαγές στον (σε κάποια σημεία δυσκόλως εντοπιζόμενο) ρυθμό, χαμηλά περάσματα και εκρηκτικά ξεσπάσματα. Η επιλογή της, από τον Χάρη Κούσιο για να οδηγήσει το χορευτικό του έργο, αποτελεί εγχείρημα ιδιαίτερα τολμηρό για τον χορογράφο.

Εντούτοις ο εκ Κύπρου δημιουργός καταφέρνει να δώσει κίνηση, η οποία διαθέτει καλαισθησία. Ωστόσο δεν εκδηλώνει την αναμενόμενη έκφραση του θρήνου, του πόνου. Έτσι, όπως θα δούμε, το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί, αφού δεν γίνεται καθόλου αντιληπτή κάποια δραματική κατάσταση που να παραπέμπει σε μοιρολόι ή έστω σε ψυχικό πόνο. Αυτό επιπλέον καθιστά ουσιαστικά αδύνατη τη διάκριση της αλλαγής της συνειδησιακής κατάστασης που ήθελε να δείξει ο καλλιτέχνης.

Σχολιασμός των δύο μερών του έργου

Στο πρώτο μέρος το 30λεπτο διαρκές περπάτημα των 40 χορευτών προετοιμάζει την διάθεση του κοινού για την δραματικότητα που περιμέναμε ότι θα ακολουθούσε. Όμως η διάρκεια αυτή είναι πάρα πολύ μεγάλη και από ένα σημείο και μετά κουράζει τον θεατή. Επί πλέον, παρά την κινητική σύνδεση με την βαθμιαία εμφάνιση των γυμνών χορευτών, από δραματουργική άποψη δεν συνδέεται με το δεύτερο μέρος.

Στο δεύτερο μέρος η χορογράφηση αυτής της δύσκολης μουσικής διαθέτει καλό γούστο με λιτότητα, απλότητα και φαντασία στην κίνηση. Θυμίζει απεικονίσεις χορού από την Αρχαία Ελλάδα και μια ιδέα από Μάρθα Γράχαμ. Η κίνηση των χορευτών ακολουθούσε εύστοχα τα κύματα της μουσικής. Ωστόσο ήταν εμφανής η, έστω και για λίγο, έλλειψη της δραματικότητας που απαιτούσε το θέμα, ώστε να φανεί ή να συμβολισθεί ο θρήνος μέσα από το μοιρολόι. Οι αγαλματένιες στάσεις καθώς και τα καλαίσθητα κινητικά σχήματα δεν παρέπεμπαν σε δραματική κατάσταση, απώλεια, χαμό, θρήνο, πένθος.

Μετά από αυτή την τόσο βασική έλλειψη πως θα μπορούσε να αναδειχθεί η αλλαγή του συνειδησιακού επιπέδου και η λύτρωση, όπως ήθελε ο χορογράφος; Έτσι μόνον εικασίες μας έμειναν για τα σημεία στα οποία η χορογραφία πιθανώς εξέφραζε τα θέματα αυτά. Όμως το ζητούμενο σε κάθε παράσταση είναι όχι μόνο τι έχει στο μυαλό του ο δημιουργός, αλλά και πως αυτό γίνεται αντιληπτό από τον θεατή.

Επί πλέον οι γυμνοί χορευτές υποθετικά θα μπορούσαν να συμβολίζουν την γύμνια που νοιώθει η ψυχή όταν εκτίθεται απροστάτευτη στον πόνο. Όμως που υπήρχε το δραματικό γεγονός πριν την εμφάνισή τους, ώστε να την δικαιολογήσει; Πού υπήρχε ο θρήνος, έστω και μετά την εμφάνισή τους; Χωρίς το ανάλογο δράμα, ως συνδετικό, προκύπτουν γυμνοί τελείως αναίτια.

Κατόπιν αυτού η γυμνή «αμφίεση» των χορευτών αδυνατούσε να υποστηρίξει τη δραματικότητα του θέματος. Είναι αναμφίβολο ότι η ψυχή του ανθρώπου που μοιρολογεί είναι «ενδεδυμένη» με βαριά, αφόρητα βαριά, «ρούχα» οδύνης, πένθους. Επομένως είναι αταίριαστο και αντίθετο ως συμβολισμός, αυτό το βάρος της ψυχής να εκφράζεται με την, τουλάχιστον ενδυματολογικά, ελαφρότητα του γυμνού σώματος.

Στην πατρίδα μας από την αρχαιότητα θρηνούσαν τους νεκρούς ενδεδυμένοι στα μαύρα. Το έκαναν για να συμβολίσουν το πένθος τους. Συνεπώς τι σχέση έχει η γυμνότης των χορευτών με το έθιμο του μοιρολογιού και την σχετική πολιτιστική μας παράδοση, έστω και σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή; Τί σχέση έχει με τα έθιμα τουλάχιστον του Δυτικού λεγόμενου Κόσμου ή της καθ’ ημάς Ανατολής;

Έναν περίπου αιώνα πριν, ο καινοτόμος δάσκαλος και θεμελιωτής του σύγχρονου χορού Εμίλ Ζακ Νταλκρόζ, που από το 1910 είχε εντάξει τη γυμνότητα στο πρόγραμμά του, είχε πει: «… αισθανόμαστε ότι η έλλειψη σεβασμού για τη γυμνότητα είναι μια αμαρτία ενάντια στο πνεύμα»*. Εν προκειμένω που είναι ο σεβασμός προς το γυμνό, όταν χρησιμοποιείται χωρίς σύνδεση ή και αντίθετα από το βθέμα ή την αλληγορία που παριστά;

Ολίγα περί γυμνού στο χορό

Επί τη ευκαιρία, παλαιότερα το γυμνό ήταν απαγορευμένο. Πχ το 1965 στις ΗΠΑ απαγορεύθηκε η παρουσίαση του έργου “Ρarades & changes” της Άννας Χάλπριν, επειδή είχε γυμνό. Τότε, αλλά περισσότερο στην εποχή του Νταλκρόζ, το γυμνό χρησιμοποιείτο από καλλιτέχνες που έκαναν και άλλες καινοτομίες στον χορό. Οι πρωτοπόροι αυτοί είχαν ή επικαλούντο λόγους ιδεολογικούς. Ενέτασσαν το γυμνό στο χορό ως μέσον απελευθέρωσης από τον συντηρητισμό, επαναστατικότητας, πρόκλησης, συμβολισμού κλπ.

Όμως βαθμιαία ακολούθησε ένας πληθωρισμός γυμνού και διαφόρων κακόγουστων παραδοξοτήτων τύπου Γιαν Φαμπρ, ως δήθεν καινοτομιών, από μερικούς καλλιτέχνες στην προσπάθειά τους να «πρωτοπορήσουν». Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο κόσμος να εθισθεί με το γυμνό και να εκφυλισθεί η αρχική του δυναμική. Η επίκληση ιδεολογιών, έμπνευσης, «προοδευτικότητας», ελευθερίας κλπ συνήθως δεν μπορεί να σβήνει τις υποψίες εμπορικών κινήτρων και ηροστράτειου εντυπωσιασμού. Ιδίως όταν ενδύονται μανδύα ασαφών, ακατανόητων δηλώσεων, άρθρων κλπ, για να κρύψουν την γύμνια του καλλιτεχνικού τους πνεύματος. Έτσι όμως δημιουργούν σύγχυση στο καλόπιστο κοινό.

Όπως κάθε εμμονή, έτσι και η εμμονή στο αχρείαστο γυμνό αντί για ελευθερία δημιουργεί δεσμά, δηλαδή δουλεία. Ο καλλιτέχνης οφείλει να αντιμετωπίζει το γυμνό με πολύ σεβασμό. Να εξετάζει που σταματά η ποιότητα και αρχίζει η εμπορικότητα, που σταματά η ελευθερία και αρχίζει η ελευθεριότητα.

Στην Ελλάδα δεν γνωρίζουμε γιατί κάποιοι ιδιαίτερα αναγνωρισμένοι δημιουργοί χρησιμοποιούν σε κάθε (σχεδόν;) παράσταση γυμνό, σε σημείο που καταντά βαρετό. Ιδιαιτέρως όταν είναι εμφανές ότι δεν προσφέρει τίποτα στο έργο.

Επιστρέφοντας από την ανωτέρω παρένθεση στο προκείμενο έργο, ελπίζουμε ότι ο Χάρης Κούσιος, ένας νέος ηλικιακά καλλιτέχνης, δεν θα ακολουθήσει τους δρόμους αυτής της βαρετής ιδιαιτερότητας, ενίοτε και εκκεντρικότητας.

Οι υπόλοιποι συντελεστές του έργου

Η εκτέλεση του έργου από τους χορευτές ήταν καλή και συντονισμένη. Πολύ καλή και η εκτέλεση της 9μελούς ορχήστρας υπό την εντυπωσιακή διεύθυνση του Ανδρέα Τσελίκα, ο οποίος με την ένταση των κινήσεών του κατάφερνε να κλέβει τη ματιά μας.

Συμπέρασμα – Προβληματισμός

Η μεταμοντέρνα σύνθεση της λαϊκής παράδοσης (επιρροή μουσικής από ηπειρωτικό μοιρολόι) με την αρχαιοελληνική αρμονία (στιγμές της χορογραφίας) δεν κατάφερε να τελεσφορήσει. Δηλαδή δεν έδωσε την αίσθηση του θρήνου ενός μοιρολογιού που ήταν το θέμα του, ούτε της λύτρωσης μέσα από αυτό. Επίσης συμβολικά η γυμνότης των χορευτών, που προέκυπτε αναίτια, ερχόταν σε αντίθεση με την δραματικότητα του θέματος. Παρά ταύτα η καλλίμορφη κίνηση της χορογραφίας αποτελεί δείγμα του ταλέντου που διαθέτει ο δημιουργός και ελπίζουμε να αξιοποιήσει στο μέλλον.

Στην Ελλάδα αλλά και στην αδελφή Κύπρο που χειμάζονται από κρίση, ιδίως αξιών, έχομε ανάγκη από καλλιτεχνικές δημιουργίες που ευαισθητοποιούν την κοινωνία για να γίνει καλύτερη. Δημιουργίες που ενεργοποιούν θετικά το θυμικό των ανθρώπων. Αντιθέτως οι λανθασμένοι συμβολισμοί οδηγούν τους θεατές σε σύγχυση, η οποία συμβάλλει στην πλάνη, την απάθεια, την ύπνωση και εν τέλει στην παρακμή.

Οι καλλιτέχνες απευθύνονται σε πολλούς ανθρώπους. Γι αυτό κάθε καλλιτέχνης οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στη χρήση θεμάτων και συμβολισμών.


Χρήστος Πουγκιάλης

*Karl Toepfer: Empire of Ecstasy: Nudity and Movement in German Body Culture, 1910-1935, σελίς 29

Σου άρεσε; Μοιράσου το

MessengerViberWhatsAppX

Άλλες δημοσιεύσεις