H θεραπευτικότητα του Live Performance Cinema του Πέτρου Κολοτούρου

kolotouros

της Ναταλίας Κουτσούγερα

Ένα ιδιότυπο live performance που συνδυάζει την τέχνη του κινηματογράφου, με έμφαση στην ζωντανή ενσώματη επιτέλεση του μοντάζ, με την ζωντανή μουσική αυτοσχεδιαστική σύνθεση φιλοξενήθηκε στο Newman Cinema στις 24 Μαρτίου 2026.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η ανταγωνιστικότητα και οι ταχύρρυθμοι τρόποι ζωής και επαφής διαρρηγνύουν παλαιότερους τρόπους του σχετίζεσθαι και κυρίως του τρόπου που βιώνουμε τη σημασία της ζωής στα αστικά κέντρα. Αδυνατούμε να αφεθούμε στην παρατήρηση του άμεσου περιβάλλοντός μας, ενδιαφερόμαστε για το εύκολο και γρήγορο αποτέλεσμα, συνδεόμαστε επιφανειακά και κυνικά με τα πράγματα γύρω μας και δυσκολευόμαστε στο να αναστοχαστούμε επάνω σε βαθιά υπαρξιακά ζητήματα όπως στο πώς θέλουμε να υπάρχουμε στον κόσμο αλλά και τι να προσφέρουμε σε αυτόν με την ύπαρξή μας. Ζητήματα που περιγράφουν την ουσία της πολιτικής μας ύπαρξης αλλά και της οικολογικής και αισθητηριακής σχέσης μας με τον κόσμο που αποτελεί και την πηγή θεραπείας μας από τη βία και το πένθος. Από την άλλη, τα φαινόμενα των επάλληλων κρίσεων, της τεχνοψηφιακής επανάστασης και της συνεχόμενης παγκοσμιοτοπικής βίας σε όλα τα επίπεδά της, συνεισφέρουν στην απομάκρυνση από το πολιτικό βίωμα της στιγμής και του παρόντος, προσηλώνοντάς μας σε εικονικές πραγματικότητες και ταυτοποιήσεις πέραν του απτού, κοντινού κόσμου. Πέρα από την εσωτερική ανάγκη και αναζήτηση του υποκειμένου με γνώμονα την αίσθηση.

Συμβαίνει ακόμα και το εξής παράδοξο. Θέλοντας να ανήκουμε σε ομάδες και ενώ αρνούμαστε την ίδια την μοναδικότητα και καλλιέργεια του εαυτού μας μετατρεπόμαστε ωστόσο ταυτόχρονα σε εγωκεντρικά άπληστα υποκείμενα, έτοιμα για επίθεση, διαστρέβλωση ή και κανιβαλισμό. Ακολουθούμε τους νόμους της αγέλης, δρόμους μονόπλευρους και φανατικούς. Και αυτή η προσήλωση στον εγωκεντρικό εαυτό συνεχίζεται και αναπαράγεται ακόμα και όταν θεωρούμε ότι σκεφτόμαστε αφαιρετικά, αλληγορικά και αποστασιοποιημένα. Όταν ακόμα νομίζουμε ότι έχουμε καταφέρει να συνειδητοποιήσουμε το εγκλωβιστικό matrix και να λειτουργήσουμε έξω από αυτό κάτι μας παρασύρει να ξαναμπούμε σε αυτό ακόμα πιο λυσσαλέα. Παρασυρμένοι από το εκμαθημένο νεοφιλελεύθερο δέρας της επικράτησης, της γρήγορης νίκης, της αναγνώρισης και της επιτυχίας ρομποτικοποιούμε την ύπαρξή μας στους δρόμους της πόλης και αγνοούμε τις ετερότητες που διασχίζουν τη ματιά μας. Μεταφέρουμε σωματικά λοιπόν τις ανελευθερίες του άκρατου νεοφιλελεύθερου πνεύματος.

Ο οπτικοακουστικός καλλιτέχνης Πέτρος Κολοτούρος συνεργαζόμενος αυτή τη φορά, με τον εικαστικό Κάπου Όπα [Θοδωρής] αλλά και μια ομάδα ταλαντούχων μουσικών David Lynch (σαξόφωνο και άλλα πνευστά) και τον Αριστείδη Χατζησταύρου (κιθάρες) το ντουέτο ηχητικής τέχνης Blip (Γιώργος Στενός, Γιώργος Σταυρίδης) επιχειρεί να διατυπώσει μια νέα πρόταση και να ασκήσει κριτική σε αυτή την οντολογία της σημερινής υποκειμενικότητας του αστού πλάνητα, προτείνοντας μια νέα θέαση και κινηματογραφική σημειολογία, ένα κινηματογραφικό μαστόρεμα μάλλον παρά γραφή, η οποία συντίθεται από το δικό του στιγμιαίο συναισθητηριακό μοντάζ με πυξίδα τους μουσικούς επί σκηνής αλλά και την ποιητική παρουσία του Κάπου Όπα. Ενός καλλιτέχνη που συνδυάζει τα εικαστικά, την αστική ποίηση, αυτοπροσδιοριζόμενος συχνά ως media-poet. Ενός αληθινού πλάνητα-αντιρρησία των δρόμων που δουλεύει παράλληλα ως ταξιτζής. Ενός, στην πραγματικότητα, amateur εθνογράφου ο οποίος αρνούμενος να φορέσει το κουστούμι του καλλιτέχνη της υψηλής τέχνης μας προσφέρει την πραγματική θέαση από τα κάτω και έξω από το matrix. Πρόκειται για την θεραπευτική συνειδητοποίηση της πλάνης για τους «λίγους τυχερούς», όπως λέει, που μπορούν να δουν με υπαρξιστικούς φακούς τη δύναμη του παρόντος.

Καθώς μπαίνει κανείς στην αίθουσα του Newman δεν υποψιάζεται ότι το θέαμα που θα αντικρίσει αποτελεί ένα συνεχόμενο in situ μοντάζ και έναν αυτοσχεδιαστικό χορό ανάμεσα στο οπτικοακουστικό υλικό και τους εκστασιασμένους μουσικούς. Ένα live soundtrack όπως αναφέρουν οι δημιουργοί. Οι μουσικοί και ο Πέτρος Κολοτούρος με μια φιλική άνετη διάθεση κάθονται στις θέσεις τους και μας χαλαρώνουν με μια γλυκιά παιδικότητα. Τα πλάνα από το αστικό τοπίο γνώριμων περιοχών της Αττικής αλλά και φιγούρες σωμάτων του αστικού ιστού αρχίζουν σιγά σιγά να εναλλάσσονται ακολουθώντας την ματιά ενός σύγχρονου πλάνητα, καθώς μπερδευόμαστε για το εάν είμαστε εμείς αυτός ή ο πρωταγωνιστής (Κάπου Όπα). Πλάνα από δρομίσια τοπωνύμια και συνοικίες που αντικρίζουμε καθημερινά οδηγώντας ή περπατώντας, διαδέχονται το ένα το άλλο σε διάφορες τεχνοτροπίες (κανονικές λήψεις κάδρου, κινούμενη κάμερα, τετραγωνισμένα πλάνα, θολωμένα οπτικά κείμενα) και από διάφορες λήψεις (κοντινά / μακρινά πλάνα, ασταθή πλάνα) και δένονται με τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών (Κάπου Όπα & φίλος του στο ταξί) αλλά και τροφοδοτούν διαρκώς τη μουσική ενορχήστρωση. Σωματικά και απολύτως πνευματικά οι δυο μουσικοί διαδρούν με το οπτικοακουστικό κείμενο που έχουν μπροστά τους ενώ ο Πέτρος Κολοτούρος αυτοσχεδιάζει στο λάιβ μοντάζ του. Οι παραπάνω συνδυασμοί διεγείρουν και οξύνουν τις αισθήσεις μας στο έπακρο και αυτό είναι το ένα μέρος της ριζοσπαστικότητας του live. Οι μουσικοί διαισθάνονται πότε θα ενισχύσουν το soundtrack με ένταση και πότε με απαλότητα επικοινωνώντας νοερά με τον Πέτρο Κολοτούρο και τα νοήματα που θέλει να αποδώσει κάθε στιγμή χρησιμοποιώντας διαφορετικά μουσικά όργανα. Αλλά και ο ίδιος ο δημιουργός θα επιλέξει τα πλάνα με βάση την έμπνευσή του από τις νοηματικές συνθετικές αποκρίσεις των μουσικών.

Η αφήγηση που διαμορφώνεται κάπου ανάμεσα στο τυχαίο, το περιστασιακό και το αφηρημένο [έχοντας ωστόσο βασιστεί και σε μια σοβαρή προεργασία του υλικού] κινείται γύρω από την αξία των απλών-τετριμμένων αλλά σημαντικών πραγμάτων στη ζωή, την ανδρική ώριμη φιλία που λειτουργεί ως βάλσαμο, τη φροντιστική σχέση με άλλα σώματα. Αναδεικνύει την αξία της παρατήρησης του σώματος και της θεσιακότητας του άλλου καθώς και της επιτακτικής ανάγκης για αφιέρωμα ουσιαστικού χρόνου στην παρατήρηση αυτή σε έναν σύγχρονο κόσμο που αποανθρωποποιείται ολοένα και περισσότερο. Στην αξία της χαλαρότητας και της τεμπελιάς του ματιού και του σώματος που παράγει όμως την υπαρξιακή δημιουργικότητα, τον έρωτα και την χειραφέτηση του εαυτού. Ο Κάπου Όπα βλέπει πίσω από τις γραμμές, χωρίς εμπάθεια ή απάθεια, τα κουτιά που ζουν και εγκλωβίζονται οι άνθρωποι, αλλά και τα όνειρα που έχασαν. Όχι απλώς που δεν πραγματοποίησαν, αλλά και την ακόμα περισσότερο απογοητευτική αδυναμία των σημερινών ανθρώπων για ονειροπόληση. Μπορεί να δει (και μας παροτρύνει να δούμε) ως «τυχερός» μελαγχολικός αυτοκινητιστής-καλλιτέχνης που έχει το προνόμιο να «αφαιρεθεί» από την τοξική καθημερινότητα και να δημιουργήσει πρωτότυπα και όχι αντίγραφα, σε αντίθεση με έναν κόσμο που ευνοεί την παραγωγή απεικασμάτων. Είναι ο θεραπευτικός χώρος που αφήνει ο Κολοτούρος για μια δημιουργική τεμπελιά που έχει υποβιβαστεί και ξεχαστεί στη δίνη της σημερινής επιτάχυνσης και σπασμωδικότητας. Το χαλάρωμα στη δική μας θέαση είναι η επιβεβαίωση και η επιβράβευση για τον δημιουργό.

Το ίδιο το έργο υποδεικνύει επίσης το απόλυτο άφημα του πρωταγωνιστή στον κινηματογραφιστή. Οι χαλαρές συζητήσεις για τον κόσμο σήμερα, η ποιητική απαγγελία και αβίαστη ποιητική εκφορά του Κάπου Όπα, οι χαλαρές συζητήσεις με το φίλο του στο ταξί και οι κοσμοθεωρήσεις τους, είναι απόλυτα φυσικές και βαθιές περιεχομένου, παρότι καθημερινές και συνηθισμένες στα αφτιά μας. Τονίζουν μαζί με τον Κολοτούρο τη δύναμη για τα αμίλητα και τα αθέατα, όλα αυτά που τείνουμε να αγνοούμε αλλά κάνουν τη ζωή μας να κυλά σε γαλήνη και αρμονία. Η εξοικείωση μας αυτή αναδεικνύεται έτσι σε διαπεραστική πολιτική δύναμη. Σε μια οπτικοακουστική αλληγορική μετουσίωση αυτών των αισθήσεων, τα πλάνα από τα σκοτάδια της μαύρης υγρής θάλασσας των λιμανιών της Αθήνας μας γαληνεύουν μαζί με τις λέξεις. Τα πλάνα των άδειων ή ενεργών κτιρίων μας υπενθυμίζουν τη φυσικότητα και τη δυνατότητα του θανάτου, αλλά και τη δυνατότητα της αναγέννησης. Την ανάγκη να ζήσουμε έντονα πριν φτάσουμε στο τέλος της διαδρομής. Το ηχητικό τοπίο που δημιουργείται συνοδοιπορεί σε αυτή την διαδικασία ως αισθητηριακή και φιλοσοφική μεταγλώττιση. Οι συνδυασμοί των υπέροχων χρωμάτων ισχυροποιούν τον αισθητικό και ποιητικό χορό που στήνεται και επικεντρώνεται στο ερωτικό κάλεσμα της (συν)βίωσης του τώρα.

Αν και το έργο περιστρέφεται ίσως γύρω από την ανδρική υποκειμενικότητα και την ανδρική φιλία η αρρενωπότητα απουσιάζει. Έτσι η εστίαση μπορεί να επικεντρώνεται σε μια ανδρική μορφή, χωρίς όμως εκείνη να εκπροσωπεί πατροπαράδοτες αρρενωπότητες. Ένα κουίρ στοιχείο πλανάται γύρω από τη συσχέτιση των σωμάτων, καθώς το σημείο στο οποίο δίνεται η προσοχή είναι η συνάντηση των σωμάτων και όχι ο προσδιορισμός των σωμάτων ως θηλυκά ή αρσενικά. Η ποιότητα δηλαδή του φύλου, ως κατεστημένο γεγονός, απουσιάζει σημαντικά και το έργο καταφέρνει να υπερβεί με μεγάλη επιτυχία τις έμφυλες διακρίσεις χωρίς να αποπολιτικοποιεί και να αποπλαισιώνει την έμφυλη εμπειρία. Οι γυναικείες μορφές και η θηλυκότητα είναι εκεί ως εικόνες (κορίτσι που κοιτά παράθυρο, γυναίκα σε κάδρο) παρά την επικέντρωση στην υποκειμενικότητα του άντρα της μετάβασης από την μέση στην τρίτη ηλικία. Οι θηλυκότητες δένονται με μια τρυφερότητα και παιδικότητα. Αναδεικνύεται η σοφία του ηλικιωμένου ατόμου που γνωρίζει να αναζητά το απλό και γνώριμο που είναι καθόλα ιστορικό και πολιτικό (π.χ. αναφορά στο κλαρίνο, και τον τρόπο που εισήχθη στην Ελλάδα). Οι άνθρωποι πρέπει να παίρνουν τον χρόνο να ψάξουν στην ιστορία και τα σώματά τους, να αναπτύξουν ερωτήματα και να σπάσουν αρχεία. Και αυτοί είναι άνθρωποι αθέατοι ή που εκλείπουν όλο και περισσότερο σήμερα. Οι εικόνες του νερού είναι εκεί για να μας ρευστοποιήσουν τις κατάλληλες στιγμές και να μας εξιλεώσουν (όπως έχει κάνει και ο Κολοτούρος σε άλλα έργα του), όπως και τα ηλιοβασιλέματα και τα υψώματα της πόλης της Αθήνας.

Τέλος, η ματιά του Κολοτούρου στο έργο Live Cinema-Everything Alive is Radical είναι η ματιά μιας υπενθύμισης. Του τι χρειάζεται να εκτιμηθεί στην πραγματική ζωή ως κάτι που αξίζει να βιωθεί με απόλυτο τρόπο και στο μέγιστο. Μία καθόλα πολιτική υπενθύμιση όπου το πολιτικό δεν εκβιάζεται και αναδύεται μέσα από μια αισθητηριακή ποικιλότητα και από μια φαινομενολογική προσέγγιση. Ενός σώματος που αναπνέει και (συν)αισθάνεται βιωματικά και ενσώματα. Η πρόταση των δημιουργών μοιάζει με την τελευταία ματιά που ρίχνει κανείς λίγο πριν τον θάνατο, χωρίς ωστόσο να την μεταφράζουν ως ελεγεία, αλλά ως ένα ριζοσπαστικό μανιφέστο συνέχειας και εξύμνησης του τώρα. Ενός θανάτου που δεν θα είναι αισθητός ούτως ή άλλως αλλά τελικά ανεπαίσθητος όπως μας λέει κάπου ο Κάπου Όπα, θυμίζοντάς μας πώς θα είμαστε τυχεροί να ζήσουμε την αίσθηση της ερήμωσης, έναντι άλλων που δεν θα το καταφέρουν.

 

Ναταλία Κουτσούγερα / Dancetheater.gr

Σου άρεσε; Μοιράσου το

MessengerViberWhatsAppX

Άλλες δημοσιεύσεις