Η ελληνική εκπαίδευση και η χορεύτρια που γύριζε γύρω από τον εαυτό της (Σοφία Κονδυλιά)
![]()
«Το τραγούδι και ο χορός χρησιμοποιούνταν στη μουσική εκπαίδευση της πρώιμης Ελλάδας. Τούτη τη λειτουργία τους την έχασαν στον νέο, διανοητικό κόσμο, και επεβίωσαν (ιδιαίτερα στην Αθήνα) μόνο ως υψηλά εκλεπτυσμένες μορφές τέχνης. Ωστόσο, όταν ο Πλάτων ασχολήθηκε με τη διαμόρφωση του ήθους στη διάρκεια της πρώτης νεότητας, διαισθάνθηκε πως δεν υπήρχε τίποτα στη σύγχρονη εκπαίδευση που μπορούσε να τα αντικαταστήσει. […] O αρχαίος ελληνικός κυκλικός χορός έπρεπε να αναγεννηθεί και να καταστεί ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της εκπαίδευσης». [W.Jaeger, «Paideia; die Formung des griechischen Menschen», 3 vols., 1933–1947, Πηγή: http://el.wikipedia.org]
Στην σύγχρονη εποχή η θεώρηση αυτή διαφέρει κατά πολύ: ο χορός νοείται πλέον, ως επί το πλείστον, ένας τρόπος σωματικο-πνευματικής εξάσκησης, εκτόνωσης και καλλιτεχνικής έκφρασης –τουλάχιστον όσον αφορά στο κομμάτι του κλασσικού και σύγχρονου χορού, αλλά και σε άλλους, θεωρητικώς τεκμηριωμένους, χορευτικούς τρόπους. Το επάγγελμα του χορευτή πλαισιώνεται σήμερα τόσο άμεσα από άλλα επαγγέλματα (χορογράφος, ηθοποιός, μουσικός, τεχνικός εικόνας/ήχου/φωτισμών, σκηνογράφος, θεραπευτής, χορολόγος, κριτικός χορού, κα), που μπορούμε, πλέον, να διακρίνουμε με ευκολία τη σύσταση μίας ευρύτερης «αλυσίδας» επαγγελματικών σχέσεων γύρω από το χορευτικό χώρο. Η «αλυσίδα» αυτή, καθώς είναι φορέας επαγγελματικών, πολιτικών, οικονομικών, και κοινωνικών σχέσεων, συνιστά, στην ουσία, έναν πολυπολιτισμικό «καθρέφτη» μέσα στον οποίο, κάθε χώρα και κάθε κάτοικός της –που την υποστηρίζει ως θεατής χορού– αλλά και κάθε σχολή και κάθε σπουδαστής της – που εντάσσεται ή πρόκειται να ενταχθεί σε αυτήν – βλέπουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Έτσι, λοιπόν, η χορευτική μας «αλυσίδα», που ιδρύεται, ανανεώνεται και εξελίσσεται μέσα από τους απόφοιτους των επαγγελματικών σχολών χορού, διαμορφώνει τη χορευτική πραγματικότητα του τόπου, αλλά και διαμορφώνεται μέσα από την εκπαίδευση. Μέσα στην προηγούμενη δεκαετία, η χώρα μας έζησε μία έντονη και πρωτοφανή χορευτική έξαρση, η οποία, τα τελευταία χρόνια, φαίνεται να «ξεθωριάζει» με παρόμοιο τρόπο: τη μαζική «γέννηση» πολυάριθμων ελληνικών ομάδων (δεκαετία 2000-2010), τη διοργάνωση τριών ετήσιων φεστιβάλ χορού – «Διεθνές φεστιβάλ χορού» (Τεχνόπολις), «Φεστιβάλ χορού του ΣΕΧ» («Μήνας χορού») και «Φεστιβάλ χορού Καλαμάτας» – την ίδρυση και χρηματοδότηση από το ΥΠΠΟΤ του οργανισμού του ΕΚΕΘΕΧ («Εθνικό Κέντρο Θεάτρου και Χορού») για την αποκλειστική υποστήριξη και «προστασία» της ελληνικής χορο/θεατρικής σκηνής, διαδέχτηκαν η πρόσφατη -με έναν τρόπο «τελεσίδικη» – κατάργηση του ΕΚΕΘΕΧ (αφού αυτός χαρακτηρίστηκε δαπανηρός και ανάξιος των καθηκόντων του) η υπαγωγή όλων των καλλιτεχνών παντός κλάδου που αιτούνται κρατική οικονομική στήριξη στο παλαιό-γνωστό «κρατικό καζάνι» του ΥΠΠΟΤ (μέσω του κοινού «Μητρώου Πολιτιστικών Φορέων»), η κάθετη μείωση των επίσημων ελληνικών «συμμετοχών» στα τρία φεστιβάλ και γενικά η κορύφωση της ανεργίας μέσα στους χορευτικούς κύκλους. Όλα αυτά θέτουν ερωτήματα γύρω από το ζήτημα της τοπικής και υπερτοπικής δυναμικής και εξέλιξης της σύγχρονης ελληνικής χορευτικής σκηνής μέσα στην εγχώρια και παγκόσμια χορευτική «αλυσίδα» σχέσεων, ενώ δεν μπορεί παρά να σημαίνουν την παταγώδη αποτυχία όλων των παραπάνω οργανισμών να συντηρηθούν και – ίσως – και τον αφελή σχεδιασμό τους. Δεδομένου, όμως, ότι η εκπαίδευση συνιστά τη βάση και την πηγή μέσα από την οποία «αντλείται» κάθε περαιτέρω πολιτιστική δράση διαπιστώνουμε κατ’ επαγωγή πως έχουμε να κάνουμε και με ένα ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα: μονάχα η προϋπόθεση μίας τέτοιας «παιδείας» θα έδινε σε όλες τις παραπάνω ενέργειες μία συγκρότηση που, αν μη τι άλλο, θα αναφερόταν σε μία βαθιά εκτίμηση την κατάστασης αναφορικά με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του ελληνικού χορού. Δηλαδή, κάπου εδώ τοποθετούμαστε ξανά απέναντι στο γνωστό «ελληνικό» ζήτημα περί έλλειψης ενός εκπαιδευτικού συστήματος, που βασικό σκοπό έχει την παροχή ουσιαστικής παιδείας, δηλαδή μίας παιδείας που εξασφαλίζει στο άτομο εκτός από (εκ)παίδευση, την ανάπτυξη της κριτικής του σκέψης και τη δυνατότητα σχηματισμού και έκφρασης μίας προσωπικής άποψης επάνω στα σύγχρονα τεκταινόμενα. Υπήρχε, άραγε, ποτέ επαρκής κρατική μέριμνα για τη στήριξη και ενθάρρυνση της ελληνικής χορευτικής εκπαίδευσης -και κατ’ επέκταση σκηνής- ειδομένης ως μέρος της παγκόσμιας χορευτικής «αλυσίδας», για την οποία κάναμε λόγο; Αν τα πράγματα ήταν έτσι, δεδομένων των τωρινών οικονομικών συνθηκών, τώρα θα είχαμε να κάνουμε με ένα «λαβωμένο» σύστημα που, προφανώς, θα ήταν υποχρεωμένο να υπολειτουργήσει. Όμως η παρούσα κατάσταση φαίνεται να διαψεύδει κάτι τέτοιο. Όσον αφορά, λοιπόν, στον τομέα του χορού, μήπως ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε πού ή ποιός είναι ο «λάκκος» της χορευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα λειτουργούν αυτή τη στιγμή 11 ανώτερες επαγγελματικές σχολές χορού, με τριετή φοίτηση. Οι 8 από αυτές είναι ιδιωτικές και οι 2 δημόσιες. Όλες υπάγονται στο ΥΠΠΟΤ και όχι στο ΥΠΕΠΘ, όπως θα περίμενε κανείς, εφόσον αποτελούν εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτερης βαθμίδας, με συνέπεια η τριετής επαγγελματική φοίτηση στην Ελλάδα, να καταλήγει σε πτυχίο τύπου «Certificate» και όχι «Bachelor», το οποίο αναγνωρίζεται νόμιμα μόνο από το ελληνικό κράτος, αφού στις άλλες χώρες οι επαγγελματικές σχολές χορού -ανώτερες ή ανώτατες- υπάγονται (ως επί το πλείστον) στο αντίστοιχο Υπ. Παιδείας της κάθε χώρας. Αποτέλεσμα αυτού είναι να μην υπάρχει άμεση αντιστοιχία του ελληνικού πτυχίου «Χορευτή-Καθηγητή» με αυτό των σχολών του εξωτερικού (τύπου Bachelor, Master, Doctora). Το πτυχίο των ελληνικών σχολών αντιστοιχεί στον βασικό τριετή κύκλο σπουδών αυτών των σχολών -αλλά χαρακτηρίζεται ως πτυχίο κατώτερης βαθμίδας. Από την άλλη, το ελληνικό κράτος δεν αποδέχεται το πτυχίο των σχολών του εξωτερικού ως ισότιμο, νόμιμο πτυχίο «Χορευτή-Καθηγητή». Αποτέλεσμα αυτού είναι οι ομογενείς απόφοιτοι αυτών των σχολών να μην έχουν την άμεση δυνατότητα να γυρίσουν και να εργαστούν στη χώρα τους. Για να «κινηθούν» στον ελληνικό χορευτικό χώρο είναι υποχρεωμένοι να φοιτήσουν από την αρχή σε κάποια ελληνική επαγγελματική σχολή! Επιπλέον, εκτός από τις επαγγελματικές σχολές χορού, στις οποίες εισάγονται σπουδαστές άνω των 18 ετών, λειτουργούν πολυάριθμες ερασιτεχνικές σχολές, που προετοιμάζουν «άτυπα» τους μελλοντικούς μας χορευτές μέσα στο πλαίσιο μιας -κατά τα’ άλλα- ερασιτεχνικής εκπαίδευσης. Από αυτές, κάποιες είναι αναγνωρισμένες από το κράτος και ανήκουν στο ΣΙΣΧΕ («Σωματείο Ιδιοκτητών Σχολών Χορού Ελλάδος»), ενώ άλλες λειτουργούν παράνομα «ανενόχλητες» (δηλαδή χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις του Νόμου 1158/81 για την ίδρυση και λειτουργία ερασιτεχνικών σχολών χορού). Τέλος, πολλά είδη χορού που έχουν τεράστια απήχηση στο ελληνικό κοινό (π.χ φλαμένκο, λάτιν, κα) δεν βρίσκουν καμία ακαδημαϊκή αντιστοιχία, με αποτέλεσμα η διδασκαλία και η επιβίωση των σχολών που τα διδάσκουν -και κατ’ επέκταση η ποιότητα των σπουδών που παρέχουν- να εξαρτάται από τους «νόμους» της αγοράς και της ζήτησης, με όχι σπάνιο φαινόμενο την εκμετάλλευση των εκπαιδευόμενων και την ασυδοσία γύρω από το ζήτημα της νομιμότητάς τους. Το εκπαιδευτικό αυτό καθεστώς ισχύει στη χώρα μας από τη δεκαετία του 1980 μέχρι και σήμερα χωρίς καμία ουσιαστική ανανέωση. Όπως φαίνεται, η εμμονή των κρατικών φορέων σε αυτό το «μουσειακό» -πλέον- καθεστώς στέρησε από τη χώρα μας ένα ανώτατο ίδρυμα χορευτικής εκπαίδευσης, σαν αυτά που διαθέτουν από δεκαετίες οι άλλες χώρες του εξωτερικού (Βουλγαρία, Γερμανία, Ολλανδία, Αγγλία, Γαλλία, Αμερική κα). Έτσι, οι Έλληνες απόφοιτοι, αν δεν παρασυρθούν από την οπισθοδρομικότητα που κυριαρχεί και τη συνθήκη του «δε βαριέσαι…», έχουν μοναδικές επιλογές να ξενιτευτούν ή να παλεύουν να δημιουργήσουν μέσα σε μία χώρα που… «τρώει τα παιδιά της». Έτσι, πολλοί προσπαθούν να εισαχθούν μέσω audition σε κάποια ιδιωτική –κατά κανόνα- σχολή του εξωτερικού για μεταπτυχιακό και αναβάθμιση του πτυχίου τους είτε επωμιζόμενοι οι ίδιοι την οικονομική επιβάρυνση μίας επιπλέον σπουδής, είτε λαμβάνοντας κάποια υποτροφία. Αυτοί που μένουν εδώ είναι συνήθως αυτοί που συγκροτούν τα νέα «αινιγματικά» ως προς την επιβίωσή τους χορευτικά σχήματα, τα οποία συχνά παρουσιάζουν τη δουλειά τους ως…δική τους παραγωγή…! Μία ενδελεχής ματιά μέσα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα καταδεικνύει ανθρώπους που δουλεύουν μήνες ολόκληρους σε αυτές τις ομάδες χωρίς να πληρώνονται, χωρίς να είναι ασφαλισμένοι και χωρίς –φυσικά– να έχουν εξασφαλισμένη την επιτυχία. Δηλαδή ανθρώπους που ρισκάρουν. Ανθρώπους που κάνουν και δεύτερη δουλειά. Ανθρώπους που, κάποια στιγμή πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στο βιοπορισμό και τη δημιουργία, γιατί στο χώρο της τέχνης οι δύο αυτές συνθήκες συχνά είναι αρκετά ασύμβατες , ακυρώνοντας η μία την άλλη. Μας προκαλεί, λοιπόν, πραγματική απορία πώς γίνεται εν έτη 2012 η δράση των ελληνικών ομάδων χορού (που είναι έντονη και συχνά υψηλού επιπέδου) και η εκπαίδευση των ελλήνων χορευτών που τις απαρτίζουν να αποτελούν δύο επίσης ασύμβατες καταστάσεις, που διατηρούν, όλα αυτά τα χρόνια, ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ τους, το οποίο συχνά -αλλά όχι πάντα- καλύπτεται μέσα από τις υπερπροσπάθειες των νέων χορευτών και την πεισματική τους «δίψα» για χορευτική δημιουργία. Είναι προφανές ότι η έλλειψη «ανταλλαγής» και επικοινωνίας υπονομεύει κάθε διαπολιτισμική μίξη στον παγκόσμιο χορευτικό χώρο. Η Ελλάδα είναι μία χώρα με ιδιαίτερη χορευτική παράδοση, γεγονός άγνωστο στους περισσότερους, καθώς η ιστορία του ελληνικού χορού αποτελεί «μαύρο κεφάλαιο» στη μελέτη της ελληνικής ιστορίας. Εκτός του ότι η ελληνική βιβλιογραφία πάνω στο ζήτημα είναι από ελάχιστη έως ανύπαρκτη, το θέμα του «ελληνικού χορού» αποσιωπάται σταθερά από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Δεδομένου, λοιπόν, ότι, σε αντίθεση με το εξωτερικό, ο χορός εδώ στερείται βασικών εκπαιδευτικών υποδομών και υποστηρικτικών φορέων, η χώρα τοποθετείται αυτόματα σε «δεύτερη μοίρα» όσον αφορά την επίσημη συμβολή της στην εξέλιξη της σύγχρονης χορευτικής πραγματικότητας. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης έχει δύο «πρόσωπα». Το ένα πολλές φορές γίνεται ορατό ως μιμητισμός ή/και ξενοφοβία: μέσα στην παρούσα κατάσταση «απομόνωσης» κυοφορείται η εντύπωση μίας ελληνικής χορευτικής «κλίκας», που διαφέρει, αλλά… δεν ξέρει γιατί! Μήπως η έλλειψη λειτουργικών υποδομών και δικτυακής επικοινωνίας την παρασύρει στην πλάνη πως στερείται εθνικής ταυτότητας; Το άλλο είναι οι λεγόμενες «τάσεις φυγής»: πώς είναι δυνατόν μία χώρα να γνωρίσει αληθινή ανάπτυξη και να αποκτήσει δικό της πρόσωπο όταν η ίδια αποδιώχνει το δυναμικό της; Μήπως αυτοί είναι μερικοί λόγοι που την κάνουν να αδυνατεί να ευδοκιμήσει τόσο ως προς τον εαυτό της, όσο και ως προς την παγκόσμια χορευτική μας «αλυσίδα»; «Ακόμα και η αισθητική των χορογράφων μοιάζει να “κόλλησε” στο παρελθόν. Δεν θέλω να ξεχάσω από πού κατάγομαι, διότι οι ρίζες μας είναι πάντοτε εμφανείς σε ό,τι κι αν κάνουμε», λέει η χορογράφος Χρ. Γουζέλη. [Μ.Κουστένη, «Τα δύσκολα βήματα του χορού», «Ελευθεροτυπία», έντυπη έκδοση «Επτά», Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011] Από την άλλη, οι ελάχιστες ομάδες που καταφέρνουν να «ανοίξουν τα φτερά» τους και να ταξιδέψουν, πολύ συχνά διακρίνονται ανάμεσα σε κορυφαίες «ηγετικές» ομάδες του χώρου. Συνεπώς, οι δυσκολίες της επιβίωσής πολλών Ελλήνων χορευτών στην παγκόσμια χορευτική σκηνή δεν φαίνεται να σχετίζονται τόσο με το «υλικό» της, όσο με την ίδια την εκμετάλλευσή, τη συντήρηση και την εξαγωγή του, καθώς αυτές σε μεγάλο βαθμό καθορίζονται μέσα από την «κρατική μηχανή». Μήπως, λοιπόν, θα ήταν σοφό να «δούμε» το πρόβλημα ξεκάθαρα; Να δράσουμε ριζικά, αποβλέποντας σε μία πιο μακροσκοπική, συνολική και ριζική λύση; Το Υπουργείο Παιδείας εν μέσω οικονομικής κρίσης προγραμματίζει ριζικές αλλαγές στην εκπαίδευση για το 2015. Μήπως, μέσα σε αυτό το «μαγείρεμα» που ετοιμάζεται να ξεκινήσει για μία ακόμα φορά με όλους τους εκπαιδευτικούς φορείς, ήρθε η ώρα να σκεφτεί και τον τομέα του χορού; Η εισαγωγή του χορού ως μάθημα στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πλάι στο μάθημα των καλλιτεχνικών (που βρίσκει αντιστοιχία και εξέλιξη σε ανώτατη εκπαιδευτική βαθμίδα), θα έδινε από τη μία τα κατάλληλα ερεθίσματα «από νωρίς» σε κάθε παιδί, ανεξάρτητα με το βαθμό της κλίσης του στο αντικείμενο, ενώ από την άλλη θα δημιουργούσε θέσεις εργασίας για τους καθηγητές χορού και στη δεύτερη βαθμίδα, οι οποίοι, μέχρι στιγμής, διδάσκουν μόνο στα τρία «Καλλιτεχνικά Λύκεια», ως «συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου», γεγονός που επίσημα «δικαιολογείται» από την (τυπική μονάχα) ανεπάρκεια του πτυχίου τους..(!) Ακόμη, τα τρία αυτά Λύκεια, που έχουν κατεύθυνση το χορό, το θέατρο και τα εικαστικά, αντιμετωπίζουν βασικά προβλήματα λειτουργικής δομής και ανεπάρκεια κτιριακών εγκαταστάσεων, με αποτέλεσμα να υπολειτουργούν. Γιατί να μη γίνει μέριμνα αφενός για τον πολλαπλασιασμό αυτών των σχολειών, αφετέρου για την εύρυθμη λειτουργία τους; Είναι επιτακτική η ανάγκη της προστασίας της χορευτικής εκπαίδευσης σε αυτή τη χώρα. Είμαστε, πλέον, έτοιμοι. Τουλάχιστον 3 στα 4 παιδιά εξασκούνται ή έχουν εξασκηθεί σε κάποιο είδος χορού σε κάποια συνοικιακή ερασιτεχνική σχολή, αμέτρητα παιδιά εξετάζονται και πιστοποιούν τις χορευτικές τους σπουδές μέσω ανεξάρτητων χορευτικών συλλόγων (ISTD, IDTA, κα) αποκτώντας πτυχία έναντι (όχι πενιχρής) πληρωμής, που δε βρίσκουν καμία κρατική αναγνώριση. Τα γεγονότα από μόνα τους «λένε» κάτι. «Λένε» ότι είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε την επισημοποίηση της χορευτικής μας εκπαίδευσης. Εν όψει των επικείμενων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων προβλέπεται ένα γενικό πλάνο βασικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε συνδυασμό με απόλυτη εξειδίκευση στην τρίτη εκπαιδευτική βαθμίδα. Οι απόφοιτοι λυκείου προβλέπεται να εισάγονται σε κάθε σχολή δίνοντας ειδικές εξετάσεις στο εκάστοτε ίδρυμα (το πλαίσιο των οποίων είναι ακόμα υπό συζήτηση, αλλά θα καθορίζεται σε μεγάλο μέρος από την εν λόγω σχολή). Ενθαρρύνεται, δηλαδή, κάθε εισακτέος και απόφοιτος της τρίτης βαθμίδας να δημιουργήσει έναν προσωπικό «εκπαιδευτικό φάκελο», ο οποίος θα περιλαμβάνει τις δεξιότητες και τα προσόντα του. Είναι πράγματι οξύμωρο το ότι το καθεστώς αυτό, που προτείνεται σήμερα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ισχύει «άτυπα» εδώ και χρόνια στον τομέα του χορού. Κάθε χορευτής αυτής της χώρας εξαναγκάζεται, στην ουσία, να δημιουργήσει έναν τέτοιο φάκελο παρακολουθώντας επιμορφωτικά σεμινάρια και διαλέξεις σε διάφορες σχολές και οργανισμούς, αφού, μέχρι στιγμής, το πτυχίο που του παρέχεται κρίνεται ανεπαρκές. Αναρωτιόμαστε, λοιπόν, γιατί να μην προταθεί ένα πλαίσιο ανωτατοποίησης όλων των επαγγελματικών σχολών χορού μέσα στο νέο εκπαιδευτικό πλάνο του Υπ.Παιδείας, δεδομένου ότι υπάρχουν δεκάδες άνθρωποι αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα με κατοχή διπλώματος Master και ήδη 9 με κατοχή διδακτορικού (ενώ για την ίδρυση ενός ανώτατου ιδρύματος χρειάζονται μόλις 7). Αυτή, άλλωστε, είναι και μία σκέψη που από χρόνια οραματίζεται και η διευθύντρια της Κρατικής Σχολής, κ. Π.Βερέμη, βλέποντας τις δυσκολίες των αποφοίτων της και την «επίσημη», μονάχα, ανεπάρκεια του πτυχίου τους. [Σαντρα Bουλγαρη, «Ενας αγώνας ετών στην τελική ευθεία», «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 22-03-11] Η χορευτική εκπαίδευση πρέπει να απασχολήσει και το Υπ. Παιδείας, το όποιο πλέον, έτσι κι αλλιώς, έχει συγχωνευτεί με το ΥΠΠΟΤ. Η αφοσίωση και η σκληρή εξάσκηση που απαιτείται για να γίνει κανείς χορευτής, είναι τέτοια, που, από μόνη της, επιβάλλει την επισημοποίησή της. Όπως φαίνεται, το ζήτημα της αναβάθμισης της χορευτικής μας εκπαίδευσης είναι αρκετά πολύπλευρο και πρέπει να αναθεωρηθεί ριζικά. Απώτατος και βασικός στόχος θα πρέπει να είναι όχι μόνο η δημιουργία μιας ανώτατης χορευτικής εκπαιδευτικής βαθμίδας, αλλά και η εξυγίανση της συνολικής χορευτικής μας εκπαίδευσης. Η υλοποίηση μίας τέτοιας πρόθεσης προϋποθέτει συλλογική προσπάθεια έτσι ώστε να αποδώσει εκπαιδευτικά ιδρύματα που δεν λειτουργούν «κεκλεισμένων των θυρών», αλλά ανοίγουν τις πόρτες τους στην παγκόσμια χορευτική σκηνή, δέχονται και κυοφορούν τη γνώση της και -συνάμα- «κηρύσσουν» μέσα και έξω από αυτή τη χώρα, την επί-γνωση της τέχνης του χορού. Της Σοφίας Κονδυλιά |

