Σεργκέι Ντιαγκίλεφ: Πώς τα Ballets Russes άλλαξαν για πάντα τον χορό

Σεργκέι Ντιαγκίλεφ: Πώς τα Ballets Russes άλλαξαν για πάντα τον χορό

Η αστείρευτη ανάγκη του Ντιαγκίλεφ για το καινούργιο, η άνοδος του Βάσλαβ Νιζίνσκι και η παράσταση που έφερε το μπαλέτο αντιμέτωπο με τη νεωτερικότητα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το ευρωπαϊκό μπαλέτο εξακολουθούσε σε μεγάλο βαθμό να κινείται μέσα στις συμβάσεις της κλασικής παράδοσης, ένας Ρώσος ιμπρεσάριος είχε ήδη αποφασίσει ότι η τέχνη του χορού έπρεπε να αλλάξει. Ο Σεργκέι Ντιαγκίλεφ δεν ήταν χορευτής ούτε χορογράφος. Ήταν όμως ο άνθρωπος που μπορούσε να φέρει κοντά τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της εποχής του και, κυρίως, να τους ωθήσει σε περιοχές όπου κανείς δεν είχε φτάσει προηγουμένως.

Τα Ballets Russes, που εμφανίστηκαν στο Παρίσι το 1909, υπήρξαν ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά φαινόμενα του 20ού αιώνα. Χορός, μουσική, ζωγραφική, σκηνογραφία και μόδα συναντήθηκαν στις παραγωγές τους με έναν τρόπο πρωτοφανή για την εποχή. Η επίδρασή τους ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια του μπαλέτου, φτάνοντας στο θέατρο, στις εικαστικές τέχνες, στη μουσική, στη μόδα και στο design.

Ένας άνθρωπος που βαριόταν εύκολα

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα του Ντιαγκίλεφ ήταν η αδυναμία του να ανεχθεί την επανάληψη. Η επιτυχία δεν του αρκούσε. Μόλις μια φόρμα γινόταν αποδεκτή και ασφαλής, εκείνος άρχιζε ήδη να αναζητά την επόμενη.

Σε αυτή τη νοοτροπία αποδίδεται και η περίφημη προτροπή του προς τον νεαρό τότε Ζαν Κοκτώ: «Étonne-moi, Jean» — «Κατάπληξέ με, Ζαν».

Δεν ήταν απλώς μια πνευματώδης ατάκα. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ολόκληρο το καλλιτεχνικό πρόγραμμα του Ντιαγκίλεφ.

Μέχρι το 1912 τα Ballets Russes είχαν ήδη κατακτήσει το Παρίσι και το Λονδίνο και ετοιμάζονταν να επεκτείνουν την παρουσία τους σε πόλεις όπως το Βερολίνο, η Βιέννη, η Δρέσδη και η Βουδαπέστη. Ωστόσο, την ώρα που το κοινό εξακολουθούσε να ενθουσιάζεται, ο ίδιος ο Ντιαγκίλεφ αισθανόταν ότι το σχήμα κινδύνευε να επαναλαμβάνει τον εαυτό του.

Οι επιτυχίες του Μιχαήλ Φοκίν —από το The Firebird και το Petrushka μέχρι το Carnaval και τη Schéhérazade— είχαν δημιουργήσει τη νέα ταυτότητα της ομάδας. Όμως ο Ντιαγκίλεφ ήθελε πλέον κάτι διαφορετικό. Δεν του αρκούσε μια ακόμη εξαιρετικά κατασκευασμένη παραλλαγή πάνω στις ήδη γνωστές φόρμες.

Ήθελε να αλλάξουν οι ίδιοι οι κανόνες.

Ο Νιζίνσκι από χορευτής γίνεται δημιουργός

Το πρόσωπο στο οποίο ο Ντιαγκίλεφ αποφάσισε να επενδύσει ήταν ο μόλις 23 ετών Βάσλαβ Νιζίνσκι.

Ήδη ένας από τους πιο εντυπωσιακούς χορευτές της εποχής του, ο Νιζίνσκι είχε προκαλέσει αίσθηση από την πρώτη σεζόν των Ballets Russes στο Παρίσι. Η τεχνική του, η ικανότητά του να μεταμορφώνεται από ρόλο σε ρόλο και κυρίως η ιδιαίτερη σκηνική του παρουσία τον είχαν μετατρέψει σε φαινόμενο. Το Victoria and Albert Museum σημειώνει ότι το ευρωπαϊκό κοινό είχε δεκαετίες να δει άνδρα χορευτή με αντίστοιχη επίδραση.

Ο Ντιαγκίλεφ όμως πίστευε ότι πίσω από τον μεγάλο ερμηνευτή κρυβόταν και ένας ριζοσπάστης δημιουργός.

Του ανέθεσε λοιπόν να χορογραφήσει ένα έργο πάνω στο συμφωνικό ποίημα του Claude Debussy Prélude à l’après-midi d’un faune, εμπνευσμένο από το ποίημα του Stéphane Mallarmé.

Το έργο διαρκούσε μόλις περίπου δέκα λεπτά. Όμως αυτά τα δέκα λεπτά επρόκειτο να αλλάξουν την ιστορία του μπαλέτου.

Ένα μπαλέτο χωρίς τα γνώριμα βήματα του μπαλέτου

Για τη δημιουργία του L’Après-midi d’un faune ο Νιζίνσκι δούλεψε εξαντλητικά. Σύμφωνα με τις αναμνήσεις της αδελφής του, Μπρονισλάβα Νιζίνσκα, χρειάστηκαν περίπου 90 πρόβες για ένα έργο διάρκειας μόλις δέκα λεπτών.

Το αποτέλεσμα δεν έμοιαζε με όσα το κοινό περίμενε από ένα κλασικό μπαλέτο.

Οι χορευτές δεν χρησιμοποιούσαν τη γνωστή ρευστότητα της ακαδημαϊκής τεχνικής. Τα σώματα παρουσιάζονταν συχνά σε προφίλ, θυμίζοντας μορφές αρχαιοελληνικών αγγείων ή ανάγλυφων. Τα χέρια ήταν επίπεδα, οι κινήσεις γωνιώδεις, τα πέλματα πατούσαν διαφορετικά στο έδαφος.

Οι πιρουέτες, τα εντυπωσιακά άλματα και οι κομψές καμπύλες του κλασικού μπαλέτου σχεδόν εξαφανίζονταν.

Ακόμη πιο ριζοσπαστική ήταν η σχέση της κίνησης με τη μουσική. Ο Debussy δεν λειτουργούσε πλέον ως μετρικός οδηγός πάνω στον οποίο «κουμπώνουν» τα βήματα. Η μουσική δημιουργούσε περισσότερο ένα ατμοσφαιρικό περιβάλλον μέσα στο οποίο υπήρχε η χορογραφία.

Ήταν μια ρήξη με την παράδοση.

Το μπαλέτο δεν επιχειρούσε πλέον απλώς να αφηγηθεί μια ιστορία με όμορφα βήματα. Η ίδια η κίνηση γινόταν ένα αυτόνομο καλλιτεχνικό λεξιλόγιο.

Ο Φαύνος που σκανδάλισε το Παρίσι

Το L’Après-midi d’un faune έκανε πρεμιέρα στις 29 Μαΐου 1912 στο Théâtre du Châtelet στο Παρίσι, με τον ίδιο τον Νιζίνσκι στον ρόλο του Φαύνου, μουσική του Debussy και σκηνικά και κοστούμια του Léon Bakst.

Η ιστορία είναι φαινομενικά απλή.

Ένας Φαύνος παρατηρεί μια ομάδα Νυμφών. Προσπαθεί να τις πλησιάσει και μία από αυτές, φεύγοντας, αφήνει πίσω της ένα πέπλο. Ο Φαύνος μένει μόνος με το ύφασμα, το χαϊδεύει και τελικά ξαπλώνει επάνω του.

Το τελευταίο μέρος της χορογραφίας είχε έναν έντονα ερωτικό χαρακτήρα που για το κοινό του 1912 ήταν αδύνατο να περάσει απαρατήρητος.

Η αντίδραση υπήρξε εκρηκτική.

Χειροκροτήματα αναμείχθηκαν με αποδοκιμασίες, ενώ μεγάλο μέρος του Τύπου θεώρησε το έργο προκλητικό ή ακόμη και άσεμνο. Η παρισινή εφημερίδα Le Figaro επιτέθηκε στην παράσταση, ενώ άλλες προσωπικότητες της καλλιτεχνικής ζωής υπερασπίστηκαν τον Νιζίνσκι. Η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου χαρακτηρίζει τη χορογραφία «ωμή και ερωτική» και καταγράφει τη σφοδρή αντίδραση που προκάλεσε στον παρισινό Τύπο.

Ο Ντιαγκίλεφ, ωστόσο, δεν φοβόταν το σκάνδαλο.

Το αντίθετο.

Καταλάβαινε πολύ καλά ότι η συζήτηση γύρω από ένα έργο μπορούσε να γίνει μέρος της ίδιας της επιτυχίας του. Η πρεμιέρα είχε προσελκύσει εκπροσώπους της παρισινής υψηλής κοινωνίας και της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, ενώ η σύγκρουση που ακολούθησε στις εφημερίδες έκανε το έργο ακόμη πιο περιζήτητο.

Το θέατρο γέμισε.

Η στιγμή που το μπαλέτο πέρασε στη νεωτερικότητα

Η σημασία του L’Après-midi d’un faune δεν βρίσκεται μόνο στο σκάνδαλο που προκάλεσε.

Με τη χορογραφία αυτή, το μπαλέτο απέδειξε ότι μπορούσε να εγκαταλείψει την καθιερωμένη αισθητική του χωρίς να πάψει να είναι χορός.

Το σώμα μπορούσε να γίνει γωνιώδες.

Η κίνηση μπορούσε να γίνει παράξενη.

Η μουσική δεν χρειαζόταν να υπαγορεύει κάθε βήμα.

Η σεξουαλικότητα μπορούσε να εμφανιστεί στη σκηνή χωρίς τις συμβάσεις του ρομαντικού παραμυθιού.

Και ο χορογράφος μπορούσε να αμφισβητήσει την ίδια την έννοια της «ομορφιάς» που κυριαρχούσε στο κλασικό μπαλέτο.

Ο Νιζίνσκι θα προχωρούσε ακόμη περισσότερο έναν χρόνο αργότερα με το Le Sacre du printemps του Igor Stravinsky, ένα έργο που έμελλε επίσης να προκαλέσει θρυλικές αντιδράσεις.

Όμως ο Φαύνος είχε ήδη ανοίξει την πόρτα.

Ο Ντιαγκίλεφ και η τέχνη της συνεργασίας

Ίσως η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα του Ντιαγκίλεφ να ήταν ότι δεν προσπάθησε ποτέ να δημιουργήσει τα πάντα ο ίδιος.

Δημιουργούσε τις συνθήκες ώστε οι άλλοι να κάνουν το αδύνατο.

Στη διάρκεια της ζωής των Ballets Russes συνεργάστηκε με μερικές από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα: τον Igor Stravinsky, τον Claude Debussy, τον Pablo Picasso, τον Henri Matisse, τον Léon Bakst, την Coco Chanel, τον George Balanchine, τον Jean Cocteau και πολλούς ακόμη.

Η φιλοσοφία του ήταν εκείνη ενός ολικού θεάτρου, στο οποίο μουσική, χορογραφία, σκηνικά, κοστούμια και εικαστικές τέχνες δεν λειτουργούσαν ως ξεχωριστά στοιχεία αλλά ως οργανικό σύνολο. Το μοντέλο αυτό επηρέασε βαθιά όχι μόνο το μπαλέτο αλλά και ολόκληρη την ευρωπαϊκή πρωτοπορία.

Ο ίδιος ο Ντιαγκίλεφ απαιτούσε διαρκώς καινούργια έργα. Δεν ενδιαφερόταν απλώς να επαναλαμβάνει τις επιτυχίες του ρεπερτορίου· κάθε σεζόν επιχειρούσε να προσθέτει νέες παραγωγές και να αναζητά νέες καλλιτεχνικές κατευθύνσεις.

Μια κληρονομιά που ξεπέρασε τα Ballets Russes

Τα Ballets Russes έπαψαν ουσιαστικά να υπάρχουν μετά τον θάνατο του Ντιαγκίλεφ το 1929.

Η επίδρασή τους όμως δεν σταμάτησε ποτέ.

Οι μουσικές που παραγγέλθηκαν για την ομάδα εξακολουθούν να ακούγονται στις μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών. Έργα όπως το The Firebird, το Petrushka και το Le Sacre du printemps αποτελούν πλέον μέρος του μουσικού κανόνα του 20ού αιώνα.

Οι σκηνογραφίες και τα κοστούμια των Ballets Russes επηρέασαν τη μόδα και τις εικαστικές τέχνες, ενώ οι χορογραφικές τους αναζητήσεις άνοιξαν δρόμους που ακολούθησαν γενιές δημιουργών. Μόνο το Le Sacre du printemps έχει γνωρίσει περισσότερες από 200 διαφορετικές χορογραφικές εκδοχές από τότε που το παρήγγειλε ο Ντιαγκίλεφ.

Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Ντιαγκίλεφ άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή.

Δεν ήταν απλώς ένας διαχειριστής μιας ομάδας.

Ήταν επιμελητής ιδεών, παραγωγός, provocateur και καταλύτης. Έβλεπε δυνατότητες εκεί όπου οι άλλοι έβλεπαν μόνο ρίσκο και ζητούσε από τους συνεργάτες του κάτι περισσότερο από τεχνική τελειότητα.

Ζητούσε να τον εκπλήξουν.

Και περισσότερο από έναν αιώνα μετά την πρεμιέρα του L’Après-midi d’un faune, η πρόκλησή του εξακολουθεί να ακούγεται εξαιρετικά σύγχρονη.

Πηγή / αφορμή: Rupert Christiansen, «How Sergei Diaghilev and the Ballets Russes Revolutionized Dance», Literary Hub, 19 Οκτωβρίου 2022. Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο Diaghilev’s Empire: How the Ballets Russes Enthralled the World (Farrar, Straus and Giroux, 2022).

Πρόσθετη τεκμηρίωση: Victoria and Albert Museum, Library of Congress, National Gallery of Art.

Σου άρεσε; Μοιράσου το

MessengerViberWhatsAppX

Άλλες δημοσιεύσεις