“Europium”: Μια χορογραφική κατάδυση στο European Project (Ναταλία Κουτσούγερα)

Μιας και η κατασκευή της σχεδίας είναι το κέντρο της χορογραφίας τo βασικό εικαστικό υλικό του έργου είναι το ξύλο. Πολλαπλοί ψηλοί στύλοι λευκού ξύλου στήνονται από την αρχή και κουβαλιούνται από τους performer συμβολίζοντας τις βάσεις του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος, ενώ το ξύλο σε πιο κίτρινη και λεπτή μορφή χρησιμοποιείται για την τελική κατασκευή της σχεδίας μέσα στην οποία φυλακίζεται ένας άνθρωπος. Το υγρό στοιχείο είναι διάχυτο και περιβάλλει ηχητικά και οπτικά το σκηνικό τοπίο. Η κύρια μουσική υπόκρουση που κυριαρχεί είναι το σκληρό ρόκ με κάποια διάκενα ονειρικών μελωδιών και ορατορίων. Οι χορογραφίες συνοδεύουν τις μουσικές αυτές χωρίς να παρατηρούμε καμία δυσαρμονία που αν είχε ενδεχομένως επιχειρηθεί θα είχε βοηθήσει την παράσταση να διανοιχτεί σε διαφορετικούς αναλυτικούς δρόμους, όπως για παράδειγμα σε σύγχρονες αντιφάσεις ή στην παρουσίαση της υποδόριας βίας, αιχμηρότητας και επιθετικότητας που αυτή τη στιγμή κυριαρχεί καλά στις επίσημες πολιτικές αλλά και στις καθημερινές νεοφιλελεύθερες πρακτικές εντός των Ευρωπαϊκών συνόρων. Κατά τη γνώμη μου υπήρχε χώρος για να εικονοποιηθούν περισσότερο οι ανεπαίσθητες αλλά εξίσου «κανιβαλιστικές» πτυχές της υπόγειας βίας. Ωστόσο η εξαιρετική κίνηση του λόγου των performer καθώς και το γκροτέσκο, μινιμαλιστικό δρώμενο με την παρέα των Κου Κλουξ Κλαν να επιδίδονται σε χορευτικές κινήσεις breakdance και μικροβασανισμούς, τονίζοντας τον ακραίο παραλογισμό, τον εκφασισμό και τις χαμένες προσδοκίες μιας αντιρατσιστικής Ευρώπης, αναπλήρωσαν κατά κάποιο τρόπο το κενό αυτό.
Το σκληρό ρόκ με το οποίο ξεκινούν οι πρώτες εικόνες συνδυάζεται με ζωώδεις και κανιβαλιστικές διαντιδράσεις ανάμεσα στους performer και κυρίως με τις έντονες κινήσεις και τις εκτινάξεις του τρεμάμενου σώματος της μαυροντυμένης Λίντας Καπετανέα, η οποία χορεύει είτε ατομικά είτε συγκρατούμενη από έναν άντρα χορευτή. Εκείνος χειρίζεται την κίνησή της από τη ζώνη της, αναπαριστώντας την προσπάθεια φυγής της Ευρώπης από το Δία ενώ η Καπετανέα μοιάζει σαν να τρέχει στον αέρα προσπαθώντας να ξεφύγει από τον έλεγχο του. Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης μας σαγήνευσε ο ηγεμονικός χορός της με έντονα θηλυκά στοιχεία που ωστόσο ακροβατεί στα όρια της θηλυκότητας και της αρσενικότητας. Πρωτότυπες βρήκαμε και τις χορογραφίες πάλης ανάμεσα στους performer που επιστρατεύουν κεφαλοκλειδώματα, απαλά χτυπήματα στα πλευρά και κρύβουν στην χούφτα τους το πρόσωπο του άλλου, ενοποιώντας το ερωτικό με το βίαιο στοιχείο και παίζοντας με τη διαφάνεια και την αδιαφάνεια. Ενδιαφέρουσα ήταν επίσης η ασύνδετη, ως προς τον εννοιολογικό ειρμό, χορογραφία με την Κωνσταντίνα Ευθυμιάδου που στηρίζει τα πόδια και τα χέρια της σε δυο άντρες και μοιάζει σαν να κολυμπά ανάμεσά τους ταξιδεύοντας μας σε ένα υγρό μυθολογικό σύμπαν.
Ίσως το πιο ιδιαίτερο στοιχείο της δεδομένης παράστασης, κάτι που ξεχωρίζει και τους RootlessRoot σαν χορογραφική ομάδα ανάμεσα σε άλλες, ήταν η έξυπνη διαλεκτική ανάμεσα στον ανοιχτό αναστοχασμό των performer και στην καθαρή χορογραφική σύλληψη που υλοποιείται με την εξωτερίκευση εσώτερων σκέψεων και κοσμοθεωριών προς το κοινό επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να μεταφέρουν το πολυσύνθετο πνεύμα και τις πολυφασματικές διαστάσεις που διατρέχουν τις αναζητήσεις τους και εκπέμπονται στην ίδια την ρευστή κινησιολογία που χρησιμοποιούν. Έτσι βρήκαμε πολύ απελευθερωτική και μεταμοντέρνα την αρχή με τον Manuel Ronda στα κρουστά και στο μικρόφωνο να επιτελεί τον euroπαραλογισμό τρώγοντας με κινέζικα ξυλάκια τη γλώσσα του, ενώ παράλληλα να αναφέρεται στον υποκειμενισμό που διαπνέει την επιρροή κάθε τέχνης και καλλιτεχνικού δημιουργήματος καθώς σχεδόν ταυτόχρονα αποδομεί την συνεισφορά και την αξία της τέχνης στα πλαίσια ενός νεοφιλελεύθερου «κανιβαλιστικού» συστήματος που τα πολτοποιεί και τα εκφυλίζει όλα προς χάριν της αγοράς, της εικόνας και της κατανάλωσης. Έτσι το αχανές τοπίο ορίου, αξιών και ενιαίας ταυτότητας στα πλαίσια της ευρωκουλτούρας σηματοδοτείται εξ’ αρχής. Στην ίδια γραμμή με την αρχή, στο τέλος, το αδηφάγο πνεύμα που κατακλύζει κάθε δράση μας εκφράζεται από τον αποκλεισμένο μέσα στη σχεδία (Paul Blackman) τον οποίο ακούμε να ευχαριστεί τους σπόνσορες της παράστασης. Παρόλα αυτά, ως επιβεβαίωση της συνύπαρξης υποταγής και αντίστασης, κυνικών πρακτικών, συναισθηματικών και συναισθαντικών δυνατοτήτων, ο φυλακισμένος της σχεδίας με τον φιλικό αποχαιρετισμό του, μας αφήνει με μια γλυκιά αίσθηση αισιοδοξίας ότι το ουμανιστικό Ευρωπαϊκό όραμα και ιδεώδες μπορεί να διατηρηθεί αν εκλείψει η αγριότητα και καλλιεργηθεί η αλληλεγγύη και ενσυναίσθηση. Από ό,τι φαίνεται οι δυο χορογράφοι δεν αναγνωρίζουν τη βία ως ένα ορμέμφυτο, πανανθρώπινο και ανυπέρβλητο ανθρώπινο χαρακτηριστικό αλλά ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων εξουσιαστικών πολιτικών παραλογισμού που μπορούν να ξεπεραστούν. Μένει να αναρωτηθούμε λοιπόν. Αυτή τη φορά το τέλος θα είναι καλύτερο; Και για ποιούς;
Ναταλία Κουτσούγερα
