Αντώνης Φωνιαδάκης: “Αισθάνομαι πιο ασφαλής ως χορευτής παρά ως χορογράφος”
Παρότι το έργο του είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο –με τις ανεξάντλητες υποχρεώσεις που αυτή η συνθήκη συνεπάγεται– ο Φωνιαδάκης θα ξαναβρεθεί στην πόλη το καλοκαίρι του 2015 για το Φεστιβάλ Αθηνών, με ένα χορευτικό του σόλο-ύμνο στα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη.
«Guys, guys silence please». Η φωνή του συμμορφώνει τους χορευτές του, που στο διάλειμμα των προβών, στην αίθουσα «Δημήτρη Μητρόπουλου» του Μεγάρου, μιλούν μεταξύ τους μεγαλόφωνα. Ενα χρόνο μετά την παρθενική παρουσίαση του «Wisteria Maiden» σε ένα κλειστό work in progress, ο Αντώνης Φωνιαδάκης επιστρέφει στην Αθήνα του ήλιου με μια τελείως διαφορετική προσέγγιση της χορογραφίας την οποία και θέλει να συστήσει στο ελληνικό κοινό της πρωτεύουσας και της Θεσσαλονίκης. Η ελληνική καλοκαιρία που τυφλώνει βγαίνοντας στη Βασιλίσσης Σοφίας είναι πάντα ένα ισχυρό κίνητρο για τον διεθνή χορογράφο να επιστρέφει εδώ – αν και όπως διευκρινίζει πάντα επιστρέφει αυτοπροσκαλούμενος. Και παρότι το έργο του είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο –με τις ανεξάντλητες υποχρεώσεις που αυτή η συνθήκη συνεπάγεται– ο Φωνιαδάκης θα ξαναβρεθεί στην πόλη το καλοκαίρι για το Φεστιβάλ Αθηνών με ένα χορευτικό του σόλο-ύμνο στα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη.Πώς έχει διαμορφωθεί πλέον η ιδέα του «Wisteria Maiden»;
Καταρχήν η σχέση με την ιαπωνική τέχνη του θεάτρου Καμπούκι, γιατί χρησιμοποιώ στοιχεία του μακιγιάζ του, περούκες, μάσκες και φυσικά γιατί ένα σχήμα ανδρών καλείται να φέρει στη σκηνή μια γυναικεία ενέργεια. Το παιχνίδι συμβαίνει ανάμεσα στην ανδρική και γυναικεία ενέργεια με την έννοια της μεταμόρφωσης, χωρίς να γίνεται λόγος για τη σεξουαλική ταυτότητα. Υπάρχει η εξωτερική μεταμφίεση, αλλά και η εσωτερική μεταμόρφωση σε σχέση με τη μελέτη της κινησιολογίας· το πώς μπορεί μια λεπτεπίλεπτη κίνηση να καθίσει σε ένα ανδρικό σώμα.
Πιστεύετε πως ο άνδρας είναι πιο κοντά στη γυναικεία του φύση ή το αντίστροφο;
Σπάνια έχω δει γυναίκες να ερμηνεύουν με πειστικό τρόπο τους άνδρες, ενώ το αντίστροφο το έχω δει. Η καταγραφή της γυναίκας δεν είναι εύκολη, αλλά σίγουρα είναι πιο προσεγγίσιμη.
Η χορογραφία σας έχει χαρακτήρα ιεροτελεστίας.
Ναι, από τη στιγμή που τοποθετούμαστε στον σκηνικό χώρο, υπάρχει ένα βίωμα, μια τάξη πραγμάτων και μια εικόνα βωμού που δίνει την αίσθηση της τελετής. Βοηθάει και το σκηνικό περιβάλλον. Το γεγονός ότι ο χορευτής πρέπει να μεταμορφωθεί μέσα από μια μάσκα και μετά από κάτι άλλο, το αντιλαμβάνεται ο θεατής σαν ιεροτελεστία. Οι χορευτές δρουν με ένα μυστηριακό τρόπο παρά μέσα από μια απλή φόρμα χορού.
Και ποντάρει στην εικαστικότητα, όπως και όλες οι χορογραφίες σας.
Χωρίς το εικαστικό περιβάλλον δεν θα βλέπαμε το ίδιο πράγμα. Θα βλέπαμε μια έντονη χορογραφία, μια μουσικότητα. Πάντα υπάρχει ένα ενδιαφέρον στη δουλειά μου που εστιάζει στο ανθρώπινο κορμί. Αλλά το πώς αυτό προεκτείνεται με ένα τοπίο είναι πολύ σημαντικό. Η ιδέα της μεταμόρφωσης με απασχολεί σταθερά και η εικαστική ματιά είναι αναγκαία σε αυτή τη λειτουργία. Θέλω το σώμα να υπάρχει μέσα σε ένα μη καθημερινό χώρο.
Τι εξυπηρετεί η επιστροφή σας στην Ελλάδα αφού δεν στηρίζει πρακτικά το έργο σας; Είναι μόνο συναισθηματικοί λόγοι;
Επιδιώκω συνεργασίες όσα χρόνια εργάζομαι σαν ελεύθερος επαγγελματίας χορογράφος· έχω δουλέψει για το ΚΘΒΕ, το Φεστιβάλ Αθηνών, τη Λυρική. Στην Ελλάδα όμως με φέρνουν οι φίλοι μου.
Θέλετε συνάμα να σας γνωρίζει και το ελληνικό κοινό;
Ναι, θα ήθελα το ελληνικό κοινό να ξέρει ποιοι είναι οι καλλιτέχνες που τον εκπροσωπούν στο εξωτερικό. Και θέλω να υπογραμμίσω πως όσες φορές παρουσιάστηκε δουλειά μου αυτά τα δώδεκα χρόνια στην Ελλάδα, συνέβη με δική μου πρωτοβουλία, ήμουν εγώ που παρακίνησα συνεργασίες, αφού σπάνια με προσκάλεσαν να έρθω. Έτσι προέκυψε και το «Wisteria Maiden». Εχω επιδιώξει να είμαι εδώ για καθαρά συναισθηματικούς λόγους. Αγαπώ να βρίσκομαι στην Ελλάδα έστω και για ένα μήνα και να βλέπω τους φίλους μου, να ζω τον ελληνικό καιρό. Πόσο πια να δουλεύω σε μουντές και βροχερές πόλεις; Υπάρχει κάτι ανθρώπινο που με καλεί να είμαι εδώ γιατί καλλιτεχνικά είναι πολύ πιο δύσκολο.
Αποδέχεστε τον όρο του διεθνούς χορογράφου;
Πάντα θαύμαζα σπουδαίους χορογράφους που είχαν τη δυνατότητα να δουλεύουν για δεκάδες οργανισμούς σε δεκάδες πόλεις. Κι όταν έφτασε να μου συμβαίνει, δυσκολεύτηκα να το συνειδητοποιήσω. Τώρα αν αυτό με κάνει διεθνή, τι να πω… Απολαμβάνω κάθε κοινό σε όλα τα μέρη του πλανήτη που έχει δει τη δουλειά μου. Στο μυαλό όμως δεν υπάρχει η ιδέα ότι κάνω δουλειά σε όλο τον κόσμο, αλλά ότι κάνω τη δουλειά που αγαπώ. Ο όρος του διεθνούς είναι μια συνέπεια αυτής της καλλιτεχνικής δραστηριότητας.
Περιγράψτε μου τον τελευταίο χρόνο δουλειάς.
Ομολογώ τα τελευταία τρία χρόνια έγινε ένας καταιγισμών πραγμάτων. Έντονα θυμάμαι την όπερα στο Παρίσι, στο Θέατρο Σανζ Ελυζέ, ένα έργο στο μπαλέτο της Λωραίνης, στο Σίνδεϊ, στο Μόντρεαλ, ενώ παράλληλα έκανα περιοδείες με ομάδες που συνεργάζομαι. Από εδώ και στο εξής, ετοιμάζω μια δουλειά στο Μιλάνο, στη Νέα Ζηλανδία, στην Royal Opera House του Λονδίνου, το σόλο μου για το Φεστιβάλ Αθηνών και έχω μπροστά μου συζητήσεις με Ισραήλ και Γερμανία. Βλέπεις, το ένα έφερε το άλλο και από τότε μπήκα σε μια πορεία. Από εκεί και πέρα είναι δική σου ευθύνη για το πόσα από αυτά θέλεις να κάνεις ή πόσα αντέχεις. Στην αρχή πίστευα ότι δεν θα μπορούσα να τα κάνω, αλλά τελικά έγιναν…
Είστε ικανοποιημένος από το πώς έχουν εξελιχθεί τα πράγματα;
Είμαι ευγνώμων ειδικά σε σχέση με την πολιτικο-οικονομική κρίση που διανύουμε.
Θα μπορούσε η Αθήνα να γίνει η έδρα σας;
Το έχω σκεφτεί. Ασυναίσθητα ή και συνειδητά, στα 44 μου χρόνια ψάχνω το επόμενο βήμα, μια επόμενη καλλιτεχνική φάση. Η χορογραφία φυσικά δεν θα είναι απούσα, αλλά έχω την ανάγκη να εργαστώ γύρω από το δικό μου όραμα. Εχω ιδέες και βλέψεις, δηλώνω παρών, κι έχω μάλιστα κάνει αίτηση σε γνωστές ομάδες για να αναλάβω την καλλιτεχνική τους διεύθυνση. Και στην Ελλάδα φαντάζομαι ότι θα μπορούσα να οργανώσω κάτι αντίστοιχο.
Θα δεχόσασταν μια θέση σε μεγάλο ελληνικό οργανισμό;
Σίγουρα θα το συζητούσα. Δεν στο κρύβω ότι επιθυμώ να μεγαλώσουν οι ευθύνες μου. Φυσικά, δεν θα έλεγα τυφλά, ναι γιατί ναι μεν, αγαπώ την Ελλάδα, αλλά από την άλλη τη φοβάμαι. Και θα ήμουν ψεύτης αν δεν το παραδεχόμουν. Θέλω να φανώ χρήσιμος σε ανθρώπους με όραμα που πιστεύουν ότι έχω κάτι να προσφέρω. Οχι όμως να διεκδικήσω κάτι βασισμένος σε ένα όνομα. Θέλω δηλαδή οι άνθρωποι που θα έρθουν σε μένα να ξέρουν για ποιο λόγο έρχονται. Γιατί σε αυτή τη χώρα το κίνητρο είναι η μαρκίζα του εξωτερικού, όχι η γνώση γύρω από το ποιος είναι ο καθένας. Επωφελήθηκα μεν από τη «μαρκίζα», αλλά δεν θέλω να το παίξω πρέσβης της χώρας στο εξωτερικό. Ενας καλλιτέχνης εξάλλου επιβεβαιώνεται σε διάρκεια χρόνου. Μια ευχή λοιπόν, είναι να ασχοληθώ με έναν οργανισμό για τον οποίο θα μπορούσα να λειτουργήσω ως γέφυρα με καλλιτέχνες του εξωτερικού.
Έχετε δημιουργήσει ένα ευρύτατο φάσμα συνεργασιών με ομάδες ρεπερτορίου. Πώς αισθάνεστε κάθε φορά που γνωρίζετε μια καινούργια ομάδα;
Την πρώτη μέρα παραλύω από τρακ. Μπαίνω στο στούντιο με μια γραμμένη μουσική χωρίς να ξέρω τι θα γίνει, αλλά σύντομα όλα έχουν βρει τη θέση τους. Με αποσυντονίζει πάντως η μετάβαση από τη μια πόλη στην άλλη, αλλά με το που βλέπω νέα πρόσωπα με φρέσκα μάτια, με διάθεση να με γνωρίσουν, τροφοδοτούμαι κιόλας.
Έχετε κουραστεί μέσα σε όλο αυτό τον κύκλο συνεργασιών;
Πάρα πολύ.
Και το σόλο το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών πώς το αποφασίσατε;
Θα είμαι 44 το καλοκαίρι και το να κάνω ένα σόλο μετά από τόση δουλειά είναι μια τρέλα. Αλλά η ανάγκη να βρεθώ με τον εαυτό μου, είναι πιο μεγάλη από την κούραση. Σήμερα που μιλάμε, αμφιβάλλω αν θα τα καταφέρω… Υποψιάζομαι ότι η παράσταση θα είναι ένα κοίταγμα στην εφηβεία μου και στην Ιεράπετρα.
Αισθάνεστε πιο ασφαλής ως χορευτής ή ως χορογράφος;
Ως χορευτής. Ημουν κρυμμένος πίσω από άλλους, ένιωθα σιγουριά στη σκηνή, καλά με τον εαυτό μου, μου άρεσε που χόρευα, που κάθε χρόνο εξερευνούσα άλλες ποιότητες. Ενώ ως χορογράφος έχω άλλη αγωνία, η έκθεση είναι τεράστια.
Ποια προσωπικότητα του χορού με την οποία συνεργαστήκατε σας έχει στιγματίσει;
Για μένα ο Μπεζάρ ήταν ένας μεγάλος δάσκαλος και ο πρώτος άνθρωπος που διέγνωσε το χορογραφικό μου ταλέντο, κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Κατόπιν, στην Οπερα της Λυόν ήρθα σε επαφή με τον Γουίλιαμ Φορθσάιθ, μια συνταρακτική στιγμή για μένα. Ακολούθησε ο Ματς Εκ και ο Οχάντ Ναχαρίν που συμπλήρωναν αυτό που στα 1990 θεωρούσαμε αυτοκρατορία του χορού. Αλλά από τις πιο καταλυτικές εμπειρίες στη ζωή μου ήταν με τον Ιάπωνα Σαμπούρο Τε Σιγκαουάρα ο οποίος σαν να με ξαναμύησε στο χορό. Από εκεί και πέρα άρχισα να πατάω πιο σταθερά και να δημιουργώ τη δική μου γραφή.
Μπορείτε πλέον να λέτε πως έχετε μια προσωπική γλώσσα;
Πιστεύω ναι, μου το λένε και οι χορευτές μου, αλλά κι ένα μεγάλο κομμάτι κοινού που αναγνωρίζει σε μια χορογραφία τον Φωνιαδάκη. Υπάρχει ένας άλλος παλμός, μια συγκεκριμένη ροή, μια γενναιοδωρία· ναι υπάρχει ένα στιλ. Και χαίρομαι γιατί πάσχισα να το βρω. Από το 2004 οπότε και δούλεψα με το μπαλέτο της Γενεύης νομίζω ότι βρήκα τον προσωπικό μου βηματισμό. Μέχρι τότε χανόμουν ανάμεσα στις μεγάλες και συγκροτημένες χορογραφίες και στις μικρότερες και πιο προσωπικές.
Πώς σας φαίνεται που μετά από μια τέτοια πορεία οι περισσότεροι σας αναγνωρίζουν χάρη στην συνεργασία με τον Αρονόφκσι;
Δεν με ενοχλεί αλλά με εκπλήσσει. Και οι μεγαλύτερες ομάδες που με καλούν, τον Αρονόφκσι προκρίνουν στο βιογραφικό μου. Δεν αρνούμαι πως ήταν μια μεγάλη εμπειρία η κινησιολογία των τεράτων για το «Noah» του Αρονόφσκι – κι εγώ ο ίδιος παραμυθιάστηκα. Οπως επίσης ήταν τεράστια τιμή που δούλεψα με την ομάδα της Μάρθα Γκράχαμ. Δεν θα επέλεγα όμως αυτές τις δουλειές ως ενδεικτικές της δικής μου ιδιοσυγκρασίας. Υπήρχαν χορογραφίες μου που δεν έφτασαν στο μεγάλο κοινό, αλλά είχαν τον πόνο, το μεράκι και την κατάθεση ψυχής που τις έκαναν μοναδικές. Ομως αυτό που επιλέγεται να βγει προς τα έξω είναι το πιο τρανταχτό, γιατί ζούμε σε ένα κόσμο όπου η Κιμ Καρντάσιαν έχει τους περισσότερους followers.
Πηγή: tospirto.net (Στέλλα Xαραμή)
