Η πιθανότητα ψυχολογικών επιπτώσεων από την εξάσκηση του μπαλέτου
Έρευνες έδειξαν πως η έντονη εξάσκηση του μπαλέτου μπορεί να δημιουργήσει ή να επιδεινώσει την ψυχολογική πίεση στους χορευτές.
Η έντονη εξάσκηση του μπαλέτου μπορεί να δημιουργήσει ή να επιδεινώσει την ψυχολογική πίεση στους χορευτές. Νέα έρευνα από την Πορτογαλία βρίσκει αποδείξεις πως αυτό πράγματι ισχύει, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων σπουδαστών μπαλέτου. Η έρευνα αυτή διαπίστωσε πως στους σπουδαστές μπαλέτου υπήρχαν υψηλά επίπεδα «ψυχολογικής ακαμψίας» – μιας κατάστασης του νου που έχει συνδεθεί με το άγχος και τα συμπτώματα κατάθλιψης σε εφήβους. Οι ερευνητές Telmo Serrano και Helena Amaral Espirito Santo, ορίζουν την ψυχολογική ακαμψία ως “υπερβολική εστίαση” σε συναισθήματα και σκέψεις για τον χορευτή. Σημειώνουν δε, πως την στιγμή που ο χορευτής αισθάνεται αυτή την ανάγκη για εσωστρέφεια, αυξάνεται ο φόβος της αποτυχίας, οδηγώντας τον στο να αποφύγει τις αγχωτικές καταστάσεις, αντί να δεχτεί την πρόκληση.
Όλοι τους συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο 17 σημείων με επιλογές απαντήσεων όπως: «Το αίσθημα του φόβου ή της λύπης είναι κακό”, «Έχω την τάση να διώχνω μακριά τις σκέψεις και τα συναισθήματα που δεν μου αρέσουν” και “Αν αισθάνομαι λυπημένος ή φοβάμαι, κάτι πρέπει να πηγαίνει λάθος με μένα.”
Οι ερευνητές αναφέρουν πως οι μαθητές μπαλέτου είχαν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες να συμφωνήσουν με τέτοιες επιλογές απαντήσεων, από εκείνες στις άλλες δύο ομάδες που συμμετείχαν στην έρευνα. Η διαπίστωση αυτή είναι σύμφωνη με προηγούμενες μελέτες που συνδέουν τις σπουδές μπαλέτου με την τελειομανία.
Οι ερευνητές γράφουν πως: “Ενώ είναι πιθανό για τα παιδιά που έχουν προδιάθεση για τελειομανία, να τείνουν να ασχοληθούν με αυτή την απαιτητική μορφή τέχνης, τα επίπεδα της “ψυχολογικής ακαμψίας” θα μπορούσαν να εξηγηθούν και από ορισμένα χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης του μπαλέτου.
Παρόμοια με πολλά αθλήματα, το μπαλέτο περιλαμβάνει την πειθαρχία, τις σωματικές απαιτήσεις και την ανταγωνιστικότητα. ιδιαίτερα σημαντική είναι και η τελειομανής στάση των καθηγητών χορού, οι οποίοι θεωρούν αποδεκτή, αν όχι δεδομένη, την συναισθηματική και σωματική ταλαιπωρία. Είναι εύκολο να δούμε πως αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει τους μαθητές στο να αποκοπούν από αρνητικά συναισθήματα της στιγμής – μια διαδικασία που μπορεί να επιτρέψει στους φόβους να συσσωρεύονται, και, τελικά, να εξελιχθούν σε σοβαρό άγχος.
Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι δάσκαλοι χορού πρέπει να έχουν επίγνωση του θέματος, και να εξετάσουν την πιθανότητα χρήσης διαφορετικών τεχνικών διδασκαλίας, που να ενθαρρύνουν τους νέους χορευτές να αποδέχονται τα συναισθήματά τους, είτε πρόκειται για απογοήτευση ή χαρά.
Τέλος επισημαίνεται πως οι γονείς των σπουδαστών μπαλέτου, πρέπει να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και όχι να τα κρατούν κρυμμένα. Η ενασχόληση με το μπαλέτο μπορεί να διδάξει στον σπουδαστή καλές συνήθειες, αλλά η απομάκρυνση από τα συναισθήματά του δεν είναι μια από αυτές.
