Σιλβί Γκιλέμ: «Δεν υπάρχει χορός χωρίς πόνο» (Τα Νέα)

Το ταλέντο της απλώνεται σε φιγούρες του κλασικού μπαλέτου και σε κινήσεις σύγχρονων δημιουργιών. Η διάσημη καλλιτέχνις επιστρέφει στην Αθήνα με παρτενέρ τον χορογράφο Ακραμ Καν και με το Μπαλέτο του Τόκιο

Σιλβί Γκιλέμ, Δεν υπάρχει χορός χωρίς πόνο, Τα Νέα

Σιλβί Γκιλέμ, Δεν υπάρχει χορός χωρίς πόνο, Τα ΝέαΤο ταλέντο της απλώνεται σε φιγούρες του κλασικού μπαλέτου και σε κινήσεις σύγχρονων δημιουργιών. Η διάσημη καλλιτέχνις επιστρέφει στην Αθήνα με παρτενέρ τον χορογράφο Ακραμ Καν και με το Μπαλέτο του Τόκιο

Κατάφερε να µην επαναπαύεται στις δάφνες των χορευτικών θριάµβων της. Μπορεί για τους θεατές των ερµηνειών της να είναι ένα σώµα µε εξαιρετικά ευλύγιστα µέλη και στη µνήµη τους να ανακαλούν τις στιγµές εκείνες που η γαλλίδα χορεύτρια όριζε τον χώρο της σκηνής µε τις διατάσεις των χεριών της και τα τινάγµατα των ποδιών της, αλλά η ίδια παρέµενε ανήσυχη. Για να ψάξει ακόµη περισσότερο τα όριά της, την αγάπη της για τον χορό. Αλλά  και για να διεκδικήσει χρόνο για να ανακαλύψει τον εαυτό της µέσα από τη φωτογραφία, τη φύση, τους φίλους, τα ταξίδια, την επιθυµία της να απολαµβάνει έναν τρόπο ζωής που εκείνη επιλέγει τις αυξοµειώσεις του ρυθµού της.
«Δεν ξέρω αν υπάρχουν πραγματικές διαφορές ανάμεσα στον κλασικό και τον σύγχρονο χορό. Οσο μεγαλώνεις ωριμάζεις, δεν σταματάς σε πλασματικά σχήματα και διαχωριστικές γραμμές. Αν δημιουργείς χωρίς ψέματα και υποκρισίες, αν ζεις και το δείχνεις, μόνο για τη στιγμή της σκηνικής σου αλήθειας, τότε δεν έχει καμία σημασία ποιο στυλ υπηρετείς», δηλώνει σήμερα η Σιλβί Γκιλέμ στα 48 της χρόνια. Παραμονές της εμφάνισής της στο Μέγαρο Μουσικής, όπου χορεύει σε δεκαεννέα παραστάσεις σε έργα κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, η Γκιλέμ περνά το σώμα της από τη δοκιμασία των εναλλαγών ύφους χορεύοντας ντουέτο με τον Ακραμ Καν το «Sacred Monsters» και το «Μαργαρίτα και Αρμάνδος» με τον πρώτο χορευτή της Σκάλας του Μιλάνου Μάσιμο Μούρου. Στο «Sacred Monsters» (Ιερά Τέρατα) οι δύο σταρ εξερευνούν τη δυναμική και τη γλώσσα δύο κλασικών ειδών, του μπαλέτου και του κατάκ, ανταλλάσσοντας εμπειρίες, την παιδεία τους, ακόμη και παιδικές αναμνήσεις, εκφράζοντας παράλληλα την κοινή επιθυμία τους για πειραματισμό.
Το έργο «Μαργαρίτα και Αρμάνδος» δημιουργήθηκε το 1963 από τον χορογράφο σερ Φρέντερι Αστον ειδικά για το κορυφαίο ζευγάρι χορού εκείνης της εποχής, τον Ρούντολφ Νουρέγεφ και τη Μαργκότ Φοντέιν. Το μπαλέτο είναι εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα «Η Κυρία με τις Καμέλιες» του Αλέξανδρου Δουμά, αλλά και από άλλες προσαρμογές της ίδιας ιστορίας, όπως η περίφημη όπερα του Τζιουζέπε Βέρντι «Τραβιάτα». «Αγαπώ όλους τους ρόλους μου, είτε αυτούς του κλασικού ρεπερτορίου, είτε εκείνους που ήρθαν ως απόρροια συνεργασιών με μεγάλους σύγχρονους χορογράφους. Η αλήθεια είναι όμως ότι ακόμη ψάχνω τον τέλειο ρόλο», λέει, συνεχίζοντας την αέναη αναζήτηση ικανοποίησης μέσα από τα χορευτικά βήματα. «Χορός είναι η ανάγκη να εκφράζω τα συναισθήματά μου. Είναι ένας δικός μου τρόπος να ζω, μία προσπάθεια υπέρβασης του εαυτού μου, μία ροπή προς την πνευματικότητα του σώματος».
Γεννήθηκε το 1965 στο 11ο Διαμέρισμα, μία εργατική περιοχή στο Παρίσι, από πατέρα μηχανικό σε γκαράζ και μητέρα γυμνάστρια. Το 1976 το όνομά της είχε συμπεριληφθεί στη λίστα της εθνικής ομάδας ενόργανης γυμναστικής της Γαλλίας για τους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ. Την ίδια χρονιά γίνεται δεκτή στη σχολή χορού της Οπερας του Παρισιού. «Γεννήθηκα έχοντας δύναμη μέσα στους μυς μου, στις αρθρώσεις μου. Δεν με έκανε δυνατή η προπόνηση στη γυμναστική που έκανα μέχρι τα έντεκα, αλλά τα γονίδια που κληρονόμησα. Δίζυγο, δοκός ήταν το παιχνίδι μου. Στα έντεκα τα έβρισκα ενοχλητικά. Τα μαθήματα στη σχολή της Οπερας τα φοβόμουν, γιατί σιχαινόμουν την πειθαρχία. Τότε δεν είχα της μιμητικές κινήσεις ενός κοριτσιού που ήθελε να γίνει χορεύτρια. Ημουν πιο άγαρμπη. Ας πούμε πιο άμεση».
Εκανε τα πρώτα της χορευτικά βήματα στην Οπερα του Παρισιού μπροστά στα μάτια του Ρούντολφ Νουρέγεφ. Εκείνος, με προσωπική παρέμβασή του, την ανακηρύσσει étoile (αστέρι) μετά την ερμηνεία της στη «Λίμνη των Κύκνων» στα 19 της χρόνια. Το πνεύμα της αδυνατεί να πειθαρχήσει σε υποδείξεις ιεραρχίας και βγαίνει στον δρόμο της ελεύθερης αγοράς με αρχική κατεύθυνση το Βασιλικό Μπαλέτο του Λονδίνου ως βασική προσκεκλημένη μπαλαρίνα. Η θέση της πρίμα μπαλαρίνα δεν την εμποδίζει να ερμηνεύει τους μεγαλύτερους ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου και να προσεγγίζει ταυτόχρονα τον σύγχρονο χορό. Εκτιμά τον Μορίς Μπεζάρ και εκείνος με τη σειρά του ανταποδίδει τα αμοιβαία συναισθήματά του δηλώνοντας ότι τη θεωρεί «μεγάλη χορεύτρια, ευαίσθητη ερμηνεύτρια, μοναδική».
Η Σιλβί Γκιλέμ σχηματίζει με το σώμα της λέξεις για να εκφραστεί. Και με το δικό της στυλ διαγράφει την πορεία της «χορεύτριας του αιώνα», όπως την αποκαλούν. Μια πορεία βασισμένη «σε δώρα της φύσης αλλά και σε κοπιαστικές προσπάθειες. Οι αναλογίες, τα πόδια, η ευλυγισία, οι μακριές γάμπες, είναι δώρα από τον ουρανό. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά. Υπάρχουν άνθρωποι με τα ίδια μέσα, που όμως δεν κάνουν απολύτως τίποτα με το σώμα τους», είχε πει για να συνοδεύσει τα γυμνά πορτρέτα της που η ίδια τράβηξε μπροστά στον καθρέφτη με παρτενέρ της μια μηχανή Fuji και δημοσιεύθηκαν πριν από χρόνια στη γαλλική «Vogue».
Σιλβί Γκιλέμ, Δεν υπάρχει χορός χωρίς πόνο, Τα ΝέαΗ Σιλβί Γκιλέμ εξακολουθεί να αντιστέκεται σε ό,τι καταργεί την ελευθερία της. Το σώμα της συμπαραστέκεται σε αυτές τις εκδηλώσεις ανεξαρτησίας που το συντηρητικό περιβάλλον του κλασικού μπαλέτου κατακρίνει. «Ο χορός είναι μια τέχνη που δεν γίνεται χωρίς πόνο. Οι χορογράφοι απαιτούν απίστευτα πράγματα και η τεχνική έχει εξελιχθεί πάρα πολύ. Καταπονούμε πολύ περισσότερο τους μυς, τους τένοντες. Εχουμε συνηθίσει να ζούμε με τον πόνο, αλλά ας μην υπερβάλλουμε. Ο χορός ανταποδίδει ακόμα περισσότερα. Επομένως είναι ένας συμβιβασμός: πονάω αλλά το κάνω».
Εκτός σκηνής, η Γκιλέμ κρύβεται. Χάνεται για να κάνει κηπουρική, φυτεύοντας παιωνίες ή ταξιδεύοντας στην Ιαπωνία για να θαυμάσει τους κήπους με τα εκπληκτικά χρώματα. «Ποτέ δεν ήμουν ανταγωνιστική. Στα νιάτα μας είμαστε καμικάζι. Χορεύουμε χωρίς ζέσταμα. Πηγαίνουμε στην άλλη άκρη του κόσμου και κάνουμε άλματα στη σκηνή όντας σε τζετ λαγκ. Σήμερα, δύο φορές την εβδομάδα, αναπαύομαι χωρίς να κάνω εξάσκηση στην μπάρα. Πρέπει να ξεκουράζεις το κτήνος για να μπορεί να έχει διάρκεια».
 

Σου άρεσε; Μοιράσου το

MessengerViberWhatsAppX

Άλλες δημοσιεύσεις