Η αγέλαστη πραγματικότητα (άρθρο του Τάσου Κουκουτά)
Κάθε πολιτικά στοχοθετημένη καλλιτεχνική απόπειρα περιορίζει πολλαπλώς την ευρύτητα των ερμηνειών που μπορεί να λάβει η τέχνη, μετατρέποντας τον εκάστοτε προβληματισμό που αυτή ενσαρκώνει σε ανιαρό πολιτικό σχολιασμό.
Με αφορμή την πρόσφατη ολοκλήρωση του διαβαλκανικού φεστιβάλ στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Transitions 1. Balkan, στο παρόν άρθρο αναπτύσσω μια σειρά από σκέψεις, οι οποίες στοχεύουν όχι τόσο στην κριτική αποτύπωση των παραστάσεων που συμπεριλήφθηκαν στο εν λόγω φεστιβάλ, αλλά στην επίκαιρη, πολιτικοκεντρική θεματική του, η οποία, μεταξύ άλλων, στόχευε στην κινητοποίηση του διαλόγου και την ενθάρρυνση του στοχασμού έναντι της παρούσης, αποδομημένης κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας.
Οι περισσότερες παραστάσεις, αν λάβουμε υπόψη μας τον τόπο καταγωγής των καλλιτεχνών και τις συνθήκες παραγωγής των έργων τους, έφεραν έκτυπο τον προβληματισμό, ή τον παραλογισμό, που προκύπτει από την κωμικοτραγική εξέλιξη της ιστορίας στις βαλκανικές χώρες. Η διαλεκτική που ανέπτυξαν οι καλλιτέχνες μέσα από το έργο τους αφορούσε στην επεξεργασία του παρόντος μέσα από το πρίσμα της Ιστορίας, δηλαδή στην ανασκόπηση του παρελθόντος ώστε να αποδείξουν, ή σε μερικές περιπτώσεις για να αμφισβητήσουν, το γεγονός ότι κάθε τέχνη είναι γέννημα-θρέμμα της εποχής της. Εύλογα συμπεραίνει κανείς ότι σε περιόδους πολιτικής αναταραχής η τέχνη δεν μπορεί να είναι συμβιβασμένη με την παρακμή, πειθήνια απέναντι στους μηχανισμούς καταστολής και της ολοκληρωτικής ισοπέδωσης των αξιών. Εξ’ ου και επίκεντρο της βαλκανικής αυτής πλατφόρμας ήταν το πάσχον σώμα (βλ. τις σημειολογικές αναφορές στο ματωμένο τσιρότο της αφίσας):Σαφώς, το πώς κοιτάμε ένα σώμα αντανακλά εν πολλοίς τις στερεοτυπικές αξίες και τις σχέσεις εξουσίας της εκάστοτε ιστορικής περιόδου και κοινωνίας. Αντανακλά επίσης τον τρόπο που διαχειρίζεται κανείς τον εαυτό του ως φυσική παρουσία, τον τρόπο που κάποιος είναι «αναγνωρίσιμος» ως ο εαυτός του. Κρίσιμες τοποθετήσεις, καθώς το βλέμμα ισορροπεί ανάμεσα στα χρηστά ήθη –τι είναι πρέπον και αποδεκτό στην κοινωνία– και στην αυτόβουλη, «αμερόληπτη» διαχείριση της πληροφορίας που λαμβάνει.
Βέβαια, οφείλουμε να σταθούμε, ορμώμενοι ακριβώς από τα πολιτικά συμφραζόμενα, όχι μόνο στα έργα καθαυτά, αλλά και στο πώς επιδρούν στο κοινό, αφού η επίδρασή τους καθορίζεται σ’ έναν αποφασιστικό βαθμό από το θεσμό, ο οποίος τα στεγάζει. Εάν ο εκάστοτε θεσμός προτείνει την επαναπολιτικοποίηση της τέχνης, πρέπει να σκεφτούμε κατά πόσο η κριτική σκέψη που επιθυμεί να παράγει ταιριάζει στο πνεύμα των ημερών και στον ευλογοφανή συσχετισμό ότι η κρίση της τέχνης είναι αποτέλεσμα μιας γενικότερης κοινωνικής-πολιτικής κρίσης. Επιτυγχάνεται έτσι, στη λογική μιας χειριστικής, κατακερματισμένης προσέγγισης, η εποπτεία όχι μόνο του περιεχομένου των έργων αυτών αλλά και η ψευδής, υψηλή προσδοκία ότι η προοπτική της ουτοπίας στην τέχνη μπορεί να προσφέρει μια καινοτομία στο πεδίο των πολιτικών πρακτικών. Για να μην θίξουμε πώς μερικοί καλλιτέχνες (βλ. π.χ. Αμπράμοβιτς) έχουν καταστεί οι ίδιοι σε θεσμούς, αναλαμβάνοντας την «εκπαίδευση» του κοινού ως προς τις «δεξιότητες» που απαιτούνται για την πρόσληψη του έργου τους. Η καλλιτεχνική και γεωγραφική προσέγγιση (βλ. πολιτικό θέατρο στα Βαλκάνια), πολλές φορές, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια τάση, η οποία δεν στοχεύει τόσο στην εκπροσώπηση μιας αυτόνομης ταυτότητας που επιθυμεί να αρθρώσει λόγο έναντι μιας ιδιαίτερης κοινωνικο-πολιτικής κατάστασης, όσο σ’ έναν «μεθοδολογικό ριζοσπαστισμό», που μεριμνά απλώς για τη διαμεσολάβηση των όποιων φλεγόντων ζητημάτων – κερδίζοντας έτσι σε δημοτικότητα και εισπράξεις (τα λεγόμενα sold-out).
Κάθε πολιτικά στοχοθετημένη καλλιτεχνική απόπειρα περιορίζει πολλαπλώς την ευρύτητα των ερμηνειών που μπορεί να λάβει η τέχνη, μετατρέποντας τον εκάστοτε προβληματισμό που αυτή ενσαρκώνει σε ανιαρό πολιτικό σχολιασμό. Ο στοχασμός που αρθρώνουν τα περισσότερα από αυτά τα έργα – στο όνομα περιστασιακών αναγκών, αποκόπτει ή αποξενώνει ως λιγότερο σημαντικό στοιχείο το αισθητικό τους σκέλος, επιχειρεί μια εγκεφαλική – εννοιολογική προσέγγιση ώστε να προσφέρει στο πιάτο της επικαιρότητας τις πολιτικοποιημένες ανησυχίες των δημιουργών, της εποχής, της κοινωνίας. Όπως και άλλα κινήματα στην τέχνη, αυτό το υβρίδιο παραστασιακής τέχνης και στοχασμού, αποποιούμενο την ποίηση, την οποία ομολογεί ότι στερείται για χάρη πολιτικής ωμότητας, μηχανεύεται τώρα ένα νέο υποκατάστατο: τον επαναστατικό φανατισμό. Ο Μπένγαμιν στο εξαιρετικό δοκίμιό του «Ο συγγραφέας, ως παραγωγός» υποστηρίζει σχετικά με το θέμα αυτό: «το να τροφοδοτούμε έναν παραγωγικό μηχανισμό, χωρίς να προσπαθούμε – στο μέτρο του δυνατού – να τον αλλάξουμε, αποτελεί μια εξαιρετική αμφισβητήσιμη δραστηριότητα, ακόμα και όταν το υλικό με το οποίο τροφοδοτούμε αυτό τον μηχανισμό μοιάζει να είναι επαναστατικής φύσεως». Ας μην ξεχνάμε λοιπόν, ότι το έργο και οι ιδέες που αυτό εισηγείται, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το θεσμό που νομιμοποιεί τις «παρεκτροπές» ως κομμάτι μιας υγιούς, ελεγχόμενης συμπεριφοράς.
Σε διαφορετική περίπτωση, αναρωτιέται κανείς αν τέτοιες παραστάσεις αποτελούν κίνηση αυτοϋπονόμευσης του ίδιου του θεσμού που τις στεγάζει ή αν υπάρχει η εξουσιαστική αλαζονεία ότι οι παραστάσεις αυτές, παρότι φαινομενικά προτείνουν την ανακατάληψη του ζωτικού χώρου έκφρασης αμφισβητώντας τις υπάρχουσες δομές, δεν μπορούν στην ουσία να αντιπροτείνουν ένα διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης της καλλιτεχνικής έκφρασης. Για ποια επανάσταση μιλάμε λοιπόν; Μήπως γι’ αυτήν που δεν έχει «άλλη κοινωνική λειτουργία εκτός από το να εκμαιεύει διαρκώς από την πολιτική κατάσταση καινούργιες εντυπώσεις προς τέρψη του κοινού»; Αν το πολιτικό μήνυμα περιορίζεται ή συνοψίζεται σ’ένα γυμνό σώμα που χοροπηδά – ως ειρωνικό σχόλιο για τη μάταιη αισιοδοξία σ’ ένα καθημερινό καθεστώς υπονόμευσης της ανθρώπινης ύπαρξης και πνευματικής καταστολής – μήπως όλοι εμείς (οι θεατές) τρέφουμε την ψευδή προσδοκία της λύτρωσης από την επίφαση του συσκευασμένου θεάματος, επιθυμώντας την αναδιατύπωση ή τη νοσταλγική επαναφορά της τέχνης ως ζωτικής λειτουργίας στη ζωή μας; Μπορεί να αποτυπωθεί η παρούσα κοινωνική και πολιτική κατάσταση με όρους θεάματος – έτσι όπως το γνωρίζουμε σήμερα – χωρίς η ουσία της να αλλοιώνεται μέσα από ειδησεογραφικά τεχνάσματα; Μήπως εν τέλει ωραιοποιούμε την εξαθλίωσή μας, την προσφέρουμε και τη διαχειριζόμαστε με όρους συναλλαγματικούς – ως προϊόν διασκέδασης – και όχι με τρόπους που θα απαιτούσαν από όλους εμάς τη συλλογική παρέμβαση απέναντι σε ζητήματα που παραμένουν απρόσιτα και μη συζητήσιμα στην πολιτική σφαίρα; Μήπως όμως ταυτόχρονα διανύουμε φάση επαναστατικής ρουτίνας, όπου ακόμη και η ρηξικέλευθη πολιτική ενασχόληση μέσω της τέχνης δεν παράγει εκ των έσω παρά ομοιώματα μιας ακίνδυνης επιχειρηματολογίας;
Ποιο ήταν για παράδειγμα το κοινό και πώς μετείχε στην παροξυσμική και ειρωνική αισιοδοξία των ερμηνευτών της ομάδας vianegativa; Επαρκεί το οπτικό ερέθισμα ή πρέπει να εφεύρουμε νέους τρόπους αμφισβήτησης – όχι καθοδηγούμενης από τους συμβατικούς όρους ενός θεάματος αλλά απελευθερωμένης από τους φραγμούς και τα δεσμά της καλλιτεχνικής παραγωγικότητας; Μέχρι σήμερα, τα «καμπαρέ των μεγαλουπόλεων» πρόσφεραν μια προσωρινή ανακούφιση στις ελλειμματικές ανάγκες μας, μια εναλλακτική στην πληκτική καθημερινότητά μας και πάνω απ’ όλα μια ασφαλή εξαρτησιογόνα δόση πολιτικής έκφρασης. Με μότο «τόσο όσο» – η αναγκαιότητα της δράσης μετατράπηκε σε μελαγχολικό αντικείμενο στοχαστικής απόλαυσης. Τέχνη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μας. Μετρημένη ώστε να συζητάμε τάχα αμέριμνοι, μετά το πέρας των παραστάσεων, πίνοντας pinotgrigio με θέα την Ακρόπολη. Αν και απεχθάνομαι προσωπικά τις νουθεσίες, ελπίζω ότι ήρθε η στιγμή να πούμε όχι στα successstories, όχι στον υπερθετικό των χαρακτηρισμών, όχι στην αυτάρεσκη γνώση και ανέφικτη δράση. Νομίζω πώς θα πρέπει επιτέλους να εντοπίσουμε τις δυνατότητες του «εμείς». Να απαντήσουμε, αν μη τι άλλο, στο ερώτημα: «Ποιοι είμαστε και τι θέλουμε»;
Τάσος Κουκουτάς
